Όλες οι Κυριακές
Los Domingos
Φεστιβαλικής κοπής δράμα σκηνοθετημένο με τον ίδιο άνευρο τόνο από την αρχή μέχρι το τέλος, που χαραμίζει το ενδιαφέρον θέμα και τους ικανούς ηθοποιούς του εξαιτίας της αδυναμίας του να εμβαθύνει και να κλιμακώσει σωστά τη δραματουργία του.
Η Αϊνάρα (Μπιάνκα Σορόα), μια έξυπνη 17χρονη ιδεαλίστρια, βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής της: πρέπει να αποφασίσει τι θα σπουδάσει, ή τουλάχιστον αυτό περιμένει η οικογένειά της. Η ίδια όμως αισθάνεται πως το μέλλον της μπορεί να βρίσκεται αλλού, πιο κοντά στον Θεό. Αιφνιδιάζει τους γονείς της όταν τους ανακοινώνει την πρόθεσή της να ενταχθεί σε ένα θρησκευτικό τάγμα, καθώς αισθάνεται ένα ανώτερο κάλεσμα. Οι γονείς της, αν και τρομάζουν με αυτήν την προοπτική, προσπαθούν αρχικά να συζητήσουν ψύχραιμα μαζί της πάνω σε αυτήν την απόφαση. Όσο, όμως, η μικρή επιμένει στην επιθυμία της, τόσο οι ενήλικες χάνουν την ικανότητά τους να δουν την κατάσταση ψύχραιμα.
Αν αφαιρέσει κανείς το θρησκευτικό περίβλημα και τις αναγνώσεις που αυτό γεννά, το «Los Domingos» είναι μια ταινία για την αρχετυπική σύγκρουση ανάμεσα σε γονείς και παιδιά αναφορικά με το μέλλον των δεύτερων. Το φιλμ θέτει το, αναπάντητο, ερώτημα κατά πόσον ένα παιδί είναι σε θέση, από την ηλικία μόλις των 17-18 ετών, να πάρει μια απόφαση που θα αποβεί καθοριστική για όλη τη μετέπειτα ζωή του, αλλά και κατά πόσον οι γονείς είναι πλέον αρμόδιοι, σε αυτήν την ηλικία, να επέμβουν και να επιβάλουν τη θέλησή τους στο παιδί, όταν κρίνουν πως η απόφασή του είναι εσφαλμένη και επικίνδυνη. Ακόμη και αν το λάθος του παιδιού είναι εξόφθαλμο, έχει την δυνατότητα ο γονέας να παρέμβει και να απαγορεύσει ρητά στο παιδί να ακολουθήσει το δρόμο που έχει επιλέξει;
Τα ενδιαφέροντα αυτά ερωτήματα θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια ακόμη πιο γοητευτική κινηματογραφικά χροιά, λόγω και των θρησκευτικών προεκτάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης που μας αφηγείται η ταινία. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται σκηνοθετικά η δημιουργός του φιλμ, Αλαούδα Ρουίζ ντε Αζούα, μόνο που, στην προσπάθειά της να μην πάρει θέση και να αφήσει τον εκάστοτε θεατή να αποφασίσει πού έγκειται η ορθή απόφαση, καταλήγει με μια ταινία σκηνοθετημένη ουδέτερα και, το κυριότερο, άνευρα. Είναι λες και η ντε Αζούα έχει αφομοιώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν μια ταινία σαγηνευτική για τις κριτικές επιτροπές των φεστιβάλ και των ισπανικών βραβείων Γκόγια και να τα έχει εντάξει στο ύφος και τη θεματολογία της ταινίας της, δίχως, όμως, να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει στο θέμα της τελευταίας.
Έτσι, το σενάριο αναλώνεται σε μια κουραστική, από ένα σημείο και μετά, διαδοχή συζητήσεων πάνω στο ίδιο θέμα, οι οποίες σκηνοθετικά κινούνται στον ίδιο τόνο από την αρχή έως το φινάλε του φιλμ. Η ένταση δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται ποτέ, παρά μόνο ίσως σε μια σκηνή ξεσπάσματος της μητέρας σε φωνές, η οποία όμως κινηματογραφείται με την ίδια ουδετερότητα από την ντε Αζούα και χάνει την όποια βαρύτητα ενδεχομένως θα μπορούσε να αποκτήσει. Κι όμως, παρά τις επανειλημμένες ανταλλαγές απόψεων πάνω στο ίδιο θέμα, άλλοτε με πολιτισμένο και ψύχραιμο τρόπο κι άλλοτε με εκνευρισμό και φωνές, δεν αισθάνεσαι ποτέ ότι η ταινία εξετάζει πολυπρισματικά το θέμα της, ότι οι χαρακτήρες της είναι πειστικοί, ότι η σκηνοθέτρια θέτει σε δοκιμασία τη διαλεκτική ικανότητα του κοινού.
Ακόμα μεγαλύτερο κρίμα είναι η σπατάλη ενός θιάσου ικανών ηθοποιών, στους οποίους θα άξιζε μια ανώτερη ταινία. Η νεαρή Μπιάνκα Σορόα είναι μια μικρή αποκάλυψη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς δεν αισθάνεσαι ότι υποδύεται ρόλο ούτε στιγμή, καταφέρνει να προσαρμόσει το χαρακτήρα της έτσι ώστε να μη «βλέπεις» την ερμηνεία. Δυστυχώς η ντε Αζούα δεν αξιοποιεί ούτε εκείνη ούτε το υπόλοιπο καστ που έχει στη διάθεσή της και παραδίδει μια ταινία τελείως μονότονη, προορισμένη αποκλειστικά για φεστιβαλικό κοινό μεγαλύτερης ηλικίας.


_1581_107780455_type12905.jpg)
_1581_107780455_type12863.jpg)



