Λος Τίγκρες
Los Tigres
Ένα φιλόδοξο και καλοφτιαγμένο φιλμ, που προσφέρει μερικές καλές στιγμές, αλλά τελικά αφήνει περισσότερο την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας παρά μιας πραγματικά ολοκληρωμένης κινηματογραφικής πρότασης.
Ο Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι γνωρίζει πολύ καλά πώς να κινηματογραφεί την ισπανική πραγματικότητα μέσα από τους κώδικες του θρίλερ. Από το «La Isla Minima» μέχρι το «Modelo 77», το σινεμά του χαρακτηρίζεται από στιβαρή σκηνοθεσία, προσεκτικά σχεδιασμένους χαρακτήρες και μια ιδιαίτερη ικανότητα να μετατρέπει κοινωνικές εντάσεις σε κινηματογραφική αγωνία. Οι «Los Tigres», ωστόσο, μοιάζουν περισσότερο με μια αξιοπρεπή άσκηση πάνω σε γνώριμες φόρμες παρά με μια ταινία που δικαιολογεί πλήρως το ταλέντο του δημιουργού της. Πρόκειται για ένα φιλμ τεχνικά άρτιο και κατά στιγμές πραγματικά υποβλητικό, το οποίο όμως δυσκολεύεται να μετατρέψει τα ενδιαφέροντα συστατικά του σε ένα συνεκτικό και ουσιαστικά συναρπαστικό σύνολο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο αδέλφια, ο Αντόνιο και η Εστρέλα, επαγγελματίες δύτες που εργάζονται στις δύσκολες συνθήκες του λιμανιού της Χουέλβα. Η οικονομική ασφυξία και η αβεβαιότητα τους οδηγούν σε μια επικίνδυνη εμπλοκή με ένα φορτίο κοκαΐνης κρυμμένο σε πετρελαιοφόρο. Η βασική ιδέα είναι αναμφίβολα ελκυστική: το κοινωνικό δράμα της εργασιακής επισφάλειας συναντά το αστυνομικό θρίλερ, ενώ το υποβρύχιο περιβάλλον προσφέρει στον Ροντρίγκεζ ένα φυσικό σκηνικό για τη δημιουργία έντασης. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία μοιάζει να θέλει να αξιοποιήσει όλες αυτές τις δυνατότητες ταυτόχρονα, χωρίς να καταφέρνει τελικά να εμβαθύνει πραγματικά σε καμία.
Το σημαντικότερο προσόν των «Los Tigres» είναι η σκηνοθεσία. Ο Ροντρίγκεζ έχει πλήρη έλεγχο του χώρου και γνωρίζει πώς να δημιουργεί απειλή μέσα από το περιβάλλον, ακόμη και όταν δεν συμβαίνει κάτι θεαματικό. Οι υποβρύχιες σκηνές είναι ασφαλώς το δυνατότερο κομμάτι της ταινίας. Η περιορισμένη ορατότητα, η έλλειψη οξυγόνου, ο μηχανικός ήχος του εξοπλισμού και η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες βρίσκονται κυριολεκτικά παγιδευμένοι κάτω από την επιφάνεια δημιουργούν μια αυθεντική σωματική αγωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η διεύθυνση φωτογραφίας του Πάου Εστέβε Μπίρμπα βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.
Παράλληλα, η αντίθεση ανάμεσα στον υδάτινο κόσμο και στο σκληρό, βιομηχανικό τοπίο της Χουέλβα λειτουργεί αποτελεσματικά. Η θάλασσα γίνεται ταυτόχρονα χώρος εργασίας, καταφυγής και απειλής, ενώ η στεριά δεν προσφέρει στους ήρωες την ασφάλεια που υποτίθεται ότι θα έπρεπε. Υπάρχει, επομένως, ένα ενδιαφέρον οπτικό και θεματικό παιχνίδι γύρω από την έννοια του «βυθίσματος»: οι χαρακτήρες δεν βυθίζονται μόνο κυριολεκτικά στο νερό, αλλά και στην οικονομική, οικογενειακή και ηθική τους κατάσταση.
Εκεί όμως βρίσκεται και η βασική αδυναμία της ταινίας. Το σενάριο των Ροντρίγκεζ και Ραφαέλ Κόμπος μοιάζει υπερβολικά φορτωμένο. Η ταινία επιχειρεί να συνδυάσει κοινωνικό ρεαλισμό, οικογενειακό δράμα, αστυνομική ταινία και θρίλερ, όμως οι διαφορετικοί αυτοί άξονες δεν αποκτούν πάντοτε την ίδια δραματουργική βαρύτητα. Υπάρχουν στιγμές όπου γίνεται φανερό τι ακριβώς θέλει να πει η ταινία, αλλά η ιδέα παραμένει περισσότερο υπαινικτική παρά πραγματικά δραματοποιημένη.
Ακόμη πιο προβληματικός είναι ο ρυθμός. Η σχετικά συγκρατημένη αφήγηση του Ροντρίγκεζ θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ μιας ατμοσφαιρικής, χαρακτήρο-κεντρικής ταινίας, εδώ όμως σε αρκετά σημεία δημιουργεί αίσθηση στασιμότητας. Η ένταση δεν κλιμακώνεται πάντοτε με τρόπο ανάλογο των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι ήρωες, ενώ όταν η πλοκή χρειάζεται μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, το σενάριο μοιάζει να καταφεύγει σε πιο συμβατικές λύσεις. Ακόμη και το συναισθηματικό σκέλος της σχέσης των δύο αδελφών, που θα μπορούσε να αποτελέσει την καρδιά της ταινίας, δεν αποκτά πάντοτε το βάθος που υπόσχεται.
Οι Αντόνιο Ντε λα Τόρε και Μπάρμπαρα Λένι, πάντως, αποτελούν σημαντικό πλεονέκτημα. Και οι δύο ερμηνευτές αποφεύγουν τις εύκολες εξάρσεις και δημιουργούν χαρακτήρες που κουβαλούν το παρελθόν τους περισσότερο μέσα από τη σιωπή και τη συμπεριφορά παρά μέσα από επεξηγηματικούς διαλόγους. Η μεταξύ τους σχέση έχει αρκετές αποχρώσεις και είναι από τα στοιχεία που κρατούν την ταινία όρθια ακόμη και όταν η πλοκή χάνει τη δυναμική της.
Τελικά, οι «Los Tigres» είναι μια ταινία που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αποτυχημένη, αλλά ακόμη δυσκολότερα μπορεί να θεωρηθεί αντάξια των καλύτερων στιγμών του Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ. Διαθέτει εξαιρετική φωτογραφία, επιβλητική ατμόσφαιρα, αξιόλογες ερμηνείες και ορισμένες πραγματικά αποτελεσματικές σκηνές αγωνίας. Ωστόσο, η αφηγηματική υπερφόρτωση, ο άνισος ρυθμός και η αδυναμία του σεναρίου να δώσει το απαιτούμενο βάθος στις θεματικές του περιορίζουν σημαντικά την τελική του επίδραση. Οι «Los Tigres» έχουν όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα ενός δυνατού ισπανικού θρίλερ, αλλά κάτω από την άψογη επιφάνειά τους δεν υπάρχει πάντοτε αντίστοιχο δραματουργικό βάθος.







