Mother Mary

Mother Mary

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην.Βασίλειο, ΗΠΑ, Γερμανία, Φινλανδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντέιβιντ Λόουερι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντέιβιντ Λόουερι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Αν Χάθαγουεϊ, Μικαέλα Κόελ, Χάντερ Σάφερ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Άντριου Ντροζ Παλέρμο, Ρίνα Γιάνγκ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντάνιελ Χαρτ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 112'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Films
    Mother Mary

Ο Ντέιβιντ Λόουερι παραδίδει με το «Mother Mary» ένα φιλόδοξο αλλά άνισο ποπ «ghost story» για τη διασημότητα ως μορφή πίστης. Οπτικά εντυπωσιακή και ατμοσφαιρική, η ταινία χάνεται σε υπερφόρτωση ιδεών και στόμφο, αλλά οι ερμηνείες της Αν Χάθαγουεϊ και της Μικαέλα Κόελ ξεχωρίζουν.

Από τον Πάνο Γκένα

Ο Ντέιβιντ Λόουερι είναι ένας σκηνοθέτης με ξεκάθαρη ταυτότητα και αξιοσημείωτη ευελιξία: εικονολάτρης στον «Πράσινο Ιππότη», στοχαστικός στο «Ο Κύριος και το Όπλο», παραμυθάς στο «Ο Πιτ και ο Δράκος του», υπνωτικά ατμοσφαιρικός στο «A Ghost Story»… μα και φορές άνισος. Το πολύπαθο «Mother Mary», γυρισμένο πριν από τρία χρόνια, ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία, μια ταινία που θαυμάζεις, αλλά δύσκολα θα συνδεθείς. Ένα φιλμ για μια ποπ περσόνα τόσο φορτωμένο, που καταλήγει να αποστερείται την ίδια την ελαφρότητα της ποπ.

Στο επίκεντρο βρίσκεται μια φιγούρα που αιωρείται ανάμεσα στην ιερή ειδωλοποίηση και την απόλυτη κατασκευή. Μια ποπ σταρ ως σύγχρονο «θρησκευτικό» σύμβολο, μια εικόνα που αγγίζει την αγιογραφία και λατρεύεται ως τέτοια. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να εντοπίσει κανείς τις αναφορές, από τη Madonna και τη Lady Gaga μέχρι τη Beyoncé και την Τέιλορ Σουίφτ, όλες ενσαρκώνουν αυτή τη διασταύρωση τέχνης και λατρευτικής προβολής. Η διασημότητα, άλλωστε, λειτουργεί ως μια μορφή πίστης, ένα τελετουργικό που αποκτά νόημα μέσα από την αμφίδρομη σχέση καλλιτέχνη και κοινού. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτό το τελετουργικό αδειάζει από περιεχόμενο; Όταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν ξέρει πως να διαχειριστεί την επιβεβλημένη ή (προσωπικά) επιμελημένη εικόνα του;

Αυτός είναι ο πυρήνας ενός ιδιότυπου ποπ «ghost story», το οποίο ο Λόουερι αποδίδει με σχεδόν μεταφυσική διάθεση. Η σκηνοθεσία υιοθετεί έναν τελετουργικό ρυθμό επενδύοντας σε εικόνες που συχνά καθηλώνουν, πλάνα με υπνωτική δύναμη φορτισμένα με αισθητική πρόθεση. Η «Mother Mary» είναι αναμφίβολα οπτικά μεθυστική, γεμάτη σινεφίλ αναφορές (η εισαγωγή φέρνει στον νου το «Suspiria», αλλού θα εντοπίσετε «Δράκουλα» του Κόπολα), γοτθική υφή, υψηλή ραπτική και εικαστικά μουσικά ιντερλούδια (αποτελεσματικότατη η συνδρομή των Jack Antonoff, Charli XCX και FKA Twigs στα τραγούδια, ειδικά το εισαγωγικό «Burial»).

Ωστόσο, εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το πρόβλημα. Η υπαρξιακή αγωνία της ηρωίδας συχνά πνίγεται μέσα σε ένα στόμφο, ένα λόγιο σενάριο, που δεν της επιτρέπει να αναπνεύσει. Ιδέες που λειτουργούν όταν παραμένουν σε συμβολικό επίπεδο, αποδυναμώνονται όταν επιχειρούν να πάρουν πιο κυριολεκτική μορφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μια σκηνή με Ouija Board, που αντί να εντείνει το μυστήριο, εκθέτει τη δραματουργία. Σαν η ίδια η εμμονή, το κεντρικό θέμα της ταινίας, να υπονομεύει τελικά τη συνοχή της.

Έτσι, βασικοί άξονες της αφήγησης, η σχέση των δύο γυναικών, η ψυχολογική φθορά της διασημότητας, η υπόγεια ερωτική ένταση, μένουν μετέωρες ή υποαναπτυγμένες, χαμένες μέσα σε ένα υπερφορτωμένο σύνολο αφηγηματικών επιλογών. Η ταινία μοιάζει να προσθέτει συνεχώς επίπεδα (μουσική, μελόδραμα, body horror, μεταφυσικές προεκτάσεις) χωρίς ποτέ να καταφέρνει τελικά να τα «συνθέσει».

Από τα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα του φιλμ είναι το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Η Αν Χάθαγουεϊ παραδίδεται ψυχή τε και σώματι στον ρόλο της Mother Mary, αγκαλιάζοντας τη θεατρικότητα και δημιουργώντας μια ντίβα που κινείται επικίνδυνα ανάμεσα στην αυτοθέωση και την αυτοκαταστροφή. Δίπλα της, η Μικαέλα Κόελ, στον ρόλο της ενδυματολόγου, λειτουργεί ως αντίβαρο με ένα διαπεραστικό, σχεδόν απογυμνωτικό βλέμμα που αποκαλύπτει τις ρωγμές της πρωταγωνίστριας, προσφέροντας μια εσωτερική, υπόγεια ειρωνική ερμηνεία. Η σχέση τους, πολύπλοκη, φορτισμένη, αμφίσημη, θα μπορούσε να αποτελέσει τον συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας, αλλά η ταινία δείχνει διστακτική να την εξερευνήσει σε βάθος.

Αντ' αυτού, το «Mother Mary» μοιάζει να εκτρέπεται διαρκώς από την ίδια του την τροχιά. Η αφήγηση, σε προχωρημένο στάδιο, διολισθαίνει σε ένα σχεδόν εφιαλτικό χάος, σαν να επιχειρεί να αποκαλύψει «τα τέρατα πίσω από τη σκηνή» του ποπ θεάματος, αλλά καταλήγει να εγκλωβίζεται στην επαναληπτικότητα ενός μοτίβου που θυμίζει ρεφρέν χωρίς κορύφωση.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταινία που εντυπωσιάζει περισσότερο απ’ όσο συγκινεί. Ένα έργο φιλόδοξο, που θέλει να μιλήσει για τη φύση της ποπ εικόνας, την πίστη, την ψυχολογική διαστρωμάτωση και την καλλιτεχνική ταυτότητα, αλλά τελικά παγιδεύεται στην ίδια του την επιτήδευση. Θα συζητηθεί, ίσως και θαυμαστεί για την τόλμη του, δύσκολα όμως θα σας πει ένα (κινηματογραφικό) τραγούδι.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Mother Mary
  • Mother Mary