Εμμονή
Obsession
Ο Μπέαρ είναι ερωτευμένος με τη φίλη του Νίκι, όμως εκείνη φαίνεται να μη μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα. Όταν ο Μπέαρ χρησιμοποιήσει το «One Wish Willow» ευχόμενος να τον αγαπήσει όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, θα γίνει οδυνηρός μάρτυρας της σοφής ρήσης: «Πρόσεχε τι εύχεσαι».
Μετά τη μεγάλη επιτυχία των YouTube-ικά ορμώμενων αδελφών Φιλίππου («Μίλα μου», «Φέρ’ την Πίσω») και του πρόσφατου θριάμβου του 20χρονου Κέιν Πάρσονς με το «Backrooms», ο Κάρι Μπάρκερ προστίθεται με το σπαθί του στην ολοένα και μεγαλύτερη λίστα «YouTubers που γίνονται σκηνοθέτες», με την ταινία του «Εμμονή» να παραμένει μια από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες της χρονιάς, έχοντας φτάσει σε εισπράξεις σχεδόν τα 300 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office.
Aν αναλογιστούμε πως η «Εμμονή» κατάφερε να σπάσει το ρεκόρ που κρατούσε το «Blair Witch Project» ως η πιο επιτυχημένη σε εισπράξεις ταινία με κόστος κάτω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, μπορεί κάποιος να καταλήξει εύκολα σε δυο αρχικά συμπεράσματα: πρώτον, οι θεατές «διψούν» για πρωτότυπες ιδέες και δεύτερον, οι δημιουργοί της γενιάς των Zoomers τολμούν να πάρουν ρίσκα και ως γνωστόν όποιος ρισκάρει μπορεί και να κερδίσει.
Ως προς αυτό το τελευταίο ο συνεσταλμένος Μπέαρ (πάρα πολύ καλός στον ρόλο του ο Τζόνστον) δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά, αδυνατώντας να πάρει το ρίσκο και να εξομολογηθεί επιτέλους στη Νίκι (Ναβαρέτε) τον έρωτά του για εκείνη. Σε μια κίνηση που αποκαλύπτει το βάθος της απελπισίας του (ή και της ανοησίας του) θα αγοράσει το «One Wish Willow», ένα «μαγικό» κομμάτι από ξύλο οξιάς που σύμφωνα με τις οδηγίες αν το σπάσεις τη στιγμή που κάνεις μια ευχή, τότε αυτή θα πραγματοποιηθεί. Ο Μπέαρ εύχεται με όλη του τη ψυχή η Νίκι να ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Ας πούμε πως στο τρελά, πετυχαίνει διάνα.
Αξιοποιώντας τα τρόμο-μοτίβα των καταραμένων αντικειμένων που γνώρισαν μεγάλη άνθηση στα ‘70s και ιδιαίτερα στη δεκαετία του ‘80, ο Μπάρκερ επανά-συστήνει το τρικ του τζίνι αυτή τη φορά για να διηγηθεί ένα love story από τη κόλαση, σχολιάζοντας καυστικά τη συστολή της Gen Z απέναντι στις σχέσεις και την παραδοχή ή μη των συναισθημάτων (τους), σκηνοθετώντας μια ιστορία που επιβεβαιώνει πως αρκετές φορές η ατολμία φέρνει, μακροπρόθεσμα, περισσότερα προβλήματα, από ότι το θάρρος της προσωπικής έκφρασης.
Σε μια δεύτερη ανάγνωση ο Μπάρκερ δεν ενδιαφέρεται μονάχα για την αγωνία της ντροπής των ανθρώπων εντός του σύγχρονου και περίπλοκου σχεσιακού τοπίου, αλλά ισχυροποιεί την ιστορία του με μια σπουδαία μεταστροφή ρόλων που θέλει τον θύτη-θύμα και τούμπαλιν, με μια επιλογή που παίζει σε διπλό ταμπλό: αφενός την κατάδειξη των πτυχών μιας κακοποιητικής σχέσης αλληλεξάρτησης με αφετηρία την παραβίαση της σωματικής αυτονομίας του άλλου και αφετέρου τη σωματοποίηση (κυριολεκτικά μέσω της Νίκι) της συναισθηματικής ευαλωτότητας - ως προς τις ερωτικές σχέσεις - που σχετίζεται με τον φόβο κάποιου μήπως φανεί απελπισμένος ή υπερβολικά προσκολλημένος.
Επειδή όμως ο Μπάρκερ είναι και εκπρόσωπος της γενιάς του, δεν βαραίνει το εγχείρημά του με φορτισμένη σοβαρότητα, αλλά διατηρεί μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στο μακάβριο και το κωμικό, (εξ)αναγκάζοντας τους θεατές σε ένα roller coaster συναισθημάτων και αντιδράσεων, από την αμηχανία στο γέλιο και από το σοκ στα επιφωνήματα αηδίας.
Προφανώς και ο Αμερικανός YouTuber (σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και κωμικός) δεν τα έχει καταφέρει μόνος του εδώ, αφού και δεδομένου του ισχνού μπάτζετ, όλοι μοιάζουν να έχουν συμβάλλει τα μέγιστα για τούτο το άρτιο αποτέλεσμα. Ο διευθυντής φωτογραφίας Τέιλορ Κλέμονς είναι υπεύθυνος για ένα από τα πιο πνιγηρά και μοχθηρά περιβάλλοντα που έχεις δει εδώ και καιρό σε ταινία, καδράροντας τη Ναβαρέτε μέσα σε πλαίσια από πόρτες και σε αμυδρά φωτισμένες γωνίες, καθιστώντας την μια ομιλούσα σκιά, που μονάχα οι μικρές φωτεινές κουκίδες στα μάτια της την ξεχωρίζουν από το έρεβος που την κατακλύζει εντός και εκτός της, την ίδια στιγμή που το ambient μουσικό score δια χειρός Ροκ Μπέργουελ ξεχειλίζει ταυτόχρονα ρομάντζο και απειλή.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην οριακά νοσηρή ερμηνεία της Ναβαρέτε σε έναν απαιτητικό ρόλο που τη φέρνει στα όρια της σωματικής αποκάλυψης, υποδυόμενη μια γυναίκα σε πλήρη σύγχυση του εαυτού της, με την νεαρή ηθοποιό να αποτελεί την επιτομή του διχοτομημένου Εγώ και μια παρουσία για πολλαπλές βραβεύσεις.
Η «Εμμονή» είναι μια ταινία που δεν αποποιείται την υιοθέτηση των slasher καταβολών της (οπτικά και θεματικά), φέρνοντάς τες όμως στο σήμερα και εξερευνώντας τες υπό το πρίσμα μιας ιστορίας αγάπης που κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Δυστυχώς για τη Νίκι η απάντηση στο ερώτημα (ακόμα κι αν η ίδια δεν ερωτήθηκε ποτέ) «Άνδρας ή Αρκούδα;» είναι και στις δυο περιπτώσεις ο Μπέαρ.







