Οντότητα

Oddity

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2024
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιρλανδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντέμιαν ΜακΚάρθι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντέμιαν ΜακΚάρθι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κάρολιν Μπρέικεν, Στιβ Γουόλ, Κάρολιν Μέντον
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Κολμ Χόγκαν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ρίτσαρντ Τζ. Μίτσελ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Rosebud.21
    Οντότητα

Ένα πραγματικό δώρο για τους φίλους του σινεμά του φανταστικού, μια απολαυστική και κοψοχολιαστική εμπειρία τρόμου, πλασμένη για να βιωθεί σε γεμάτη αίθουσα.

Από τον Γιάννη Βασιλείου

Aν και έχουν μακρά παράδοση στις δοξασίες, στους θρύλους, στη φαντασματική (και όχι μόνο) μυθοπλασία, οι Ιρλανδοί μόλις στον εικοστό πρώτο αιώνα άρχισαν να την αξιοποιούν συστηματικά στη μεγάλη οθόνη και να χτίζουν σχολή, που συνδυάζει τον λαογραφικό πλούτο με σύγχρονες ανησυχίες και διάθεση (συνήθως) εναρμονισμένη με τη μουντή γεωγραφία. Δυο μεγάλα ταλέντα προέκυψαν από αυτό το ρεύμα, το ένα,  ο Λι Κρόνιν, μετανάστευσε άμεσα στο Χόλιγουντ, έδωσε τα διαπιστευτήρια του με το «Evil Dead Rise» και ετοιμάζει τη αναβίωση της «Moύμιας» για λογαριασμό της Universal. Το άλλο παραμένει προς το παρόν στην πατρίδα του. Ο λόγος για τον Ντέμιαν ΜακΚάρθι του δραματουργικά συγκεχυμένου μα σκιαχτικού «Caveat» (2020), μιας ταινίας από την οποία κρατήσαμε ένα πανάρισμα - σωστή δοκιμασία αντοχής. Το 2024 ο ΜακΚάρθι επέστρεψε βελτιωμένος με το «Oddity», μια ταινία που επιχειρεί να μας τρομάξει με κάθε δυνατό τρόπο.

Το «Oddity» μας γραπώνει από τον γιακά με το καλημέρα, θέτοντας στην ηρωίδα – και κατ’επέκταση, σε εμάς- ένα φρικιαστικό, δισεπίλυτο δίλλημα. Φανταστείτε το εξής. Είστε μόνη σε μια παλιά, πλινθόκτιστη, απομονωμένη κατοικία κάπου στην ιρλανδική εξοχή. Το βράδυ ακούτε έναν χτύπο στην ξύλινη πόρτα, ανοίγετε το παραθυράκι της και βλέπετε έναν άγνωστο, αλλόκοτο άντρα. Εκείνος σας μηνύει όλο αγωνία ότι πριν λίγο, όταν πεταχτήκατε μέχρι το αυτοκίνητο σας για να πάρετε κάτι κι αφήσατε ανοιχτή την πόρτα, είδε κάποιον να μπαίνει μέσα στο σπίτι σας και ότι πρέπει οπωσδήποτε να τού ανοίξετε για να σας βοηθήσει. Και ενώ είστε πεπεισμένη ότι προσπαθεί να σας ξεγελάσει, ακούτε έναν ήχο από το βάθος της κατοικίας σας. Σας σηκώθηκε η τρίχα ή ακόμα;

Επιστρατεύοντας, εξελίσσοντας και βελτιώνοντας τη μη γραμμική αφήγηση που δοκίμασε για πρώτη φορά στο «Caveat», ο ΜακΚάρθι έχει γράψει ένα σενάριό με ανατροπές που προκύπτουν κυρίως από το ανακάτεμα των σκηνών, δίχως να αποφεύγει μερικά στοιχεία που ενδέχεται να ενοχλήσουν ορθολογιστές στο κοινό, που ψάχνουν με μεγεθυντικό φακό για απιθανότητες – είχε μια ωραία λέξη ο Χίτσκοκ για αυτούς τους θεατές, τους αποκαλούσε «plausibles». Για να είμαστε δίκαιοι, o MακΚάρθι πρέπει όντως να βελτιώσει παραπάνω τα σενάριά του, ειδικά αν θέλει να παραδώσει μια πραγματικά μεγάλη ταινία του είδους, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση μικρή σημασία έχει. Βλέπεις, όταν επιχειρούμε την κριτική αποτίμηση μιας ταινίας, οφείλουμε πάντα να εξετάζουμε τι προσπαθεί να κάνει και κατά πόσο το πετυχαίνει. Κι αυτή εδώ χρησιμοποιεί τις δύσκολες και ολοένα πιο απίθανες καταστάσεις που εμπλέκονται οι χαρακτήρες ως απλή αφορμή για να χτίσει βινιέτες τρόμου, μερικές εκ των οποίων προκύπτουν εξαιρετικά τρομακτικές.

Όταν γράψαμε νωρίτερα ότι ο ΜακΚάρθι επιχειρεί να μας τρομάξει με κάθε δυνατό τρόπο, δεν αστειευόμασταν. Ο Ιρλανδός μεταχειρίζεται όλα τα πιθανά τεχνάσματα του είδους, με τα πολυπόθητα για την multiplexάδικη γαλαρία (και παρεξηγημένα, λόγω λανθασμένης χρήσης και κατάχρησης) jump scares του να προκύπτουν τόσο αποτελεσματικά, που ο υπογράφων στρίγγλισε σαν μικρό παιδί σε ένα τους – κι αυτό είχε να συμβεί πάρα πολλά χρόνια.

Τι τα κάνει αποτελεσματικά όμως; Καταρχάς δεν επαναλαμβάνονται ποτέ, διαφέρει η δομή τους, το build-up, ο τρόπος που έρχονται. Κατά δεύτερον ο σκηνοθέτης επιδεικνύει μεγάλη υπομονή – που για το είδος είναι αρετή. Η διαστολή του χρόνου είναι πολύ μεγαλύτερη από το σύνηθες -άλλοι σκηνοθέτες φοβούνται μήπως το κοινό βαρεθεί- με τον φακό του να επεξεργάζεται τον χώρο προσεκτικά, επιφυλακτικά και φοβισμένα. Θα μας πείτε πως αυτό συμβαίνει στις περισσότερες αντίστοιχες σκηνές, ο φακός υποκαθιστά το βλέμμα του (υποψήφιου) θύματος. Εδώ, όμως, κινείται ακόμα πιο φοβισμένα στον χώρο, με τρόπο που αισθάνεσαι την παρουσία του οπερατέρ, για να το πούμε πιο απλά, κι αυτό αντί να σε πετάξει εκτός ταινίας, επιτείνει τον τρόμο. «Αν ακόμα κι ο οπερατέρ της ταινίας σκανάρει τον χώρο έντρομος, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό που έρχεται;», σκέφτεσαι.  

Χονδρικά σε δύο άξονες πρέπει να κινηθεί ένας σκηνοθέτης για να σε τρομάξει: στη χειραγώγηση του χρόνου και στην αξιοποίηση του χώρου μέσα στο κάδρο. Ο Ντέμιαν ΜακΚάρθι, μόλις με τη δεύτερη ταινία του, κινείται με σιγουριά και επιδεξιότητα στους δύο άξονες, προς τέρψην όσων λατρεύουμε το είδος. Και το αποτέλεσμα είναι μια δημιουργία πλασμένη για προβολή σε γεμάτη αίθουσα, όπως μπορεί να σας επιβεβαιώσει και το κοινό που την πρωτοείδε στο πλαίσιο των 30ων Νυχτών Πρεμιέρας στο Άστυ. Σχεδόν μπορούσες να ακούσεις τα ουρλιαχτά τους περνώντας έξω από το σινεμά στην Κοραή. Κι αυτό συνιστά μια νίκη της συλλογικής εμπειρίας που μόνο μια κινηματογραφική αίθουσα μπορεί να προσφέρει.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οντότητα
  • Οντότητα