Κάποτε στη Γάζα
Once Upon a Time in Gaza
Στην Γάζα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας, ένας ήσυχος άνθρωπος καλείται να υποδυθεί σε ταινία τον μεγάλο (και νεκρό) ήρωα-επαναστάτη του οποίου είναι σωσίας, όταν και συνειδητοποιεί ότι ένας υψηλόβαθμος της Αστυνομίας είναι ο δολοφόνος του πιο καλού του φίλου. Η έξυπνη -και πολυεπίπεδα ειρωνική- ιδέα δεν μεταφράζεται αποτελεσματικά στο πανί, μολονότι γοητευτικές πινελιές την κάνουν περιστασιακά ακαταμάχητη.
Χωρίς να σκοτώσεις μια ταινία υπεραναλύοντάς την, υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε ένα έργο που ξεκινά με ένα υποτιθέμενο πλάνο-ντοκουμέντο, το οποίο όμως είναι κινηματογραφικό πλάνο, και εξιστορεί τρόπον τινά πώς φτάσαμε στο ντοκουμέντο επιβεβαιώνοντας ότι…αποτελεί πλάνο μυθοπλασίας. Θα πει κάποιος, ιδίως με την επικρατούσα ηφαιστειώδη θερμοκρασία της περιοχής, ότι τέτοια σχόλια πάνω στην διαπλοκή γεγονότος και μύθου είναι ίσως πολυτελή, ωστόσο, μπορούμε να διαφωνήσουμε με τον κάποιον εκτιμώντας ότι ειδικά στην εποχή μας, την θερμοκέφαλη, την επιτακτικά διχαστική και αήττητα ανόητη, είναι που η Τέχνη οφείλει να μεταθέσει την συζήτηση. Αν μη τι άλλο υποδεικνύοντας ότι τα γεγονότα και η αλήθεια, που τόση παρρησία μάς διαπνέει όταν τα διακηρύττουμε, είναι πολύ διαφορετικά προτού η δημοσίευσή τους τα διαχειριστεί σε αναλογία με τις προθέσεις του δημοσιεύοντος. Και, ακόμα περισσότερο ίσως, να μας υπενθυμίσει και την καθαυτή σημασία της Τέχνης που μπορεί να συνιστά και την δική μας μετάθεση σε σχέση με τα προαποφασισμένα μας.
Εκτιμώ ως βέβαιη την παραπάνω πρόθεση των δημιουργών (οι αδελφοί Νάσερ) και από μόνη της χρωματίζει αξιοθαύμαστα την ταινία τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι «περιορίζονται» σε μια εγκεφαλικότητα, ή ότι επιδίδονται σε ένα νοηματοθηρικό (sic) «σινεμά δημιουργού» όπως το απαιτεί το σύγχρονο φεστιβαλικό κύκλωμα (η ταινία προβλήθηκε στο Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών, όπου και κατέκτησε το Βραβείο της Σκηνοθεσίας). Αντίθετα φτιάχνουν μια πολύ σπιτική ταινία, που στο πρώτο μισό της μού θύμισε κάπως την ιδιοφυή λαϊκότητα του Τσιώλη και του Παναγιωτόπουλου, μια ταινία που έχει μυρωδιά και όλο της το είναι στον σφυγμό μιας περιοχής υπό πολιορκημένη αιχμαλωσία. Φτιάχνουν επίσης μια ταινία που με την πρωτότυπη μουσική της σύνθεση (οφείλεται στον θεμελιωμένο Γαλλο-Τυνήσιο Αμίν Μπουχαφά και για μια σπάνια φορά μπορεί κανείς να πει εύγε σε μια σύγχρονη ταινία πώς έχει μουσική και όχι απλά σάουντρακ) περιπλέκει τόσο το στυλ όσο και τον τόνο της. Ειδικά στον δεύτερο, όπως αρμόζει στην έννοια (ο τρόπος που η σκηνοθεσία διαφοροποιείται από το σενάριο του έργου) η λειτουργία είναι διπλή: Από την μια η μουσική στηρίζει ένα πιο γνώριμο, πιο δυτικότροπο θρίλερ, με γενναίες δόσεις ρέουσας κίνησης της μηχανής και ατμοσφαιρικής νυχτερινής φωτογράφισης, από την άλλη προσκρούει έντονα στην ημερήσια πραγματικότητα με το μεσανατολικό φως, την ζέστη και την απουσία κάθε (κινηματογραφικά) οικείου στυλιζαρίσματος. Έτσι, με έναν εγγενή κινηματογραφικό τρόπο βαθαίνουν το μοτίβο της σύγκρουσης, του αλλόκοσμου – άρα και αυτού που δεν διέπεται από γνώριμους κανόνες – του απατηλού της φόρμας που τελικά κρύβει και το μεγάλο μυστικό του έργου (όπως το καταλαβαίνω, και βέβαια δεν μπορώ να αποκαλύψω).
Ωστόσο, παρά το στυλ και την δουλεμένη μορφή, παρά ακόμα-ακόμα την στρωτή διάταξη (η ταινία έχει σαφή πρόλογο, πρώτο, δεύτερο μέρος και επίλογο) και την άριστη οικονομία του χρόνου στα 90 λεπτά, έχει ίσως υπερβολική αυτοπεποίθηση και το τέμπο της πάσχει. Λέγοντας τέμπο θα πρέπει να το προσδιορίσω τόσο σαν μια συνολική αίσθηση του ρυθμού, όσο και περισσότερο ακόμα σαν μια κάπως προβληματική σχέση του τέμπο των σκηνών μεταξύ τους. Πιο απλά οι Νάσερ, ίσως λόγω του μπερδέματος των ρόλων (είναι και σεναριογράφοι) είναι άλλοτε στακάτοι, άλλοτε γοργοί κι άλλοτε κατεβάζουν αναντίστοιχα τους χτύπους με αποτέλεσμα να δημιουργούν μια σύγχυση (σε αυτόν τον θεατή) παρενοχλώντας και την προσοχή. Δεν είναι ακριβώς «κρόσια» που έπρεπε να βρεθούν στο πάτωμα του δωματίου του μοντάζ, είναι περισσότερο ένα βήξιμο στην μουσικότητα του έργου, στην σαφήνεια, στο τι επιτελεί η σκηνή. Ένα παράδειγμα είναι η σκηνή του διαλόγου του Οσάμα με τον Γιάχια που καταλήγει με το ανέκδοτο για τον ελέφαντα και τον στύλο (που έχει και έναν παραπάνω πολιτικό συμβολισμό, αν το επιθυμεί ο θεατής, κι έχει διπλή σχέση, μυθοπλαστική και σημειολογική, με το προαναφερθέν μυστικό).
Το πρόβλημα στον ρυθμό δεν είναι αυστηρά αισθητικό. Σε αυτόν τον θεατή αφήνει ασάφειες στην πλοκή και το ποιος είναι ποιος, ενώ δυσχεραίνει και τις νοηματικές συνδέσεις αφού ενδέχεται να περιπλανηθεί ο νους σου την στιγμή που θα έπρεπε να επιταθεί το ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια ενώ όσο προχωράμε, κάπου στα 55 λεπτά, ξεκαθαρίζει ο θριλερικός στόχος, περισπάται η ατμόσφαιρα, δεν βλέπεις καθετί να την υπηρετεί. Δεν αποκλείεται να υπάρχει μια «μπρεχτική» σκοπιμότητα σε αυτό, υπό μια οπτική όμως αυτό υπογραμμίζει μια ανισότητα, κάτι ατονικό σε ένα σύνολο που διαφημίζει την μουσικότητά του.
Κι έτσι πάντως, για τον Άλλον Θεατή που θέλει να δοκιμάζει τον ουρανίσκο του σε γεύσεις ποικίλων κινηματογραφιών, παραβλέψτε την (ίσως αυστηρή) βαθμολόγηση και προσέλθετε, το έργο έχει κάτι να πει τόσο για το πολιτικό όνειδος, το ανθρώπινο βάσανο, την ατέλεια μας, την εθνική ιδιοσυγκρασία, όσο και για την ευλυγισία της Τέχνης και την ευλογημένη φιλοδοξία των απανταχού δημιουργών.







