Pillion
Pillion
Όταν ο Κόλιν γνωρίσει τον Ρέι, έναν μυστηριώδη μηχανόβιο, θα βρεθεί ξαφνικά σε μια σαδομαζοχιστική σχέση από την οποία θα πάρει το σημαντικότερο μάθημα της ζωής του: το δικαίωμά του να υπάρχει όπως εκείνος θέλει.
Με Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ και BDSM θεωρητικά δεν χάνεις, αυτό πρέπει να σκέφτηκε, μεταξύ μας, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του «Pillion» Χάρι Λάιτον, κι ας βάσισε την ταινία του στο μυθιστόρημα του συγγραφέα Άνταμ Μαρς-Τζόουνς, «Box Hill». Από την άλλη και δεδομένου πως πολλά μπορούν να πάνε στραβά όταν δεν ξέρεις πως να διαχειριστείς ένα υλικό όπως τούτο εδώ – μεγάλη παγίδα, ο Λίτον όχι μονάχα κατάφερε τελικά να κάνει μια από τις πιο αξιοσημείωτες ταινίες της χρονιάς, αλλά και μια γλυκόπικρη κομεντί για τις επιλογές εκείνες που μας κάνουν αυτούς που αληθινά είμαστε.
Ο Κόλιν (Μέλινγκ) είναι ένας εσωστρεφής γκέι που ζει με τους γονείς του. Όποτε δεν κόβει κλήσεις για τα προς το ζην, ασχολείται με το α καπέλα τραγούδι σε μια κοντινή παμπ. Ένα βράδυ και ενώ η μητέρα του, του έχει κανονίσει ένα ραντεβού στα τυφλά, η ματιά του Κόλιν πέφτει σε έναν άλλον θαμώνα, τον Ρέι (Σκάρσγκαρντ). Ο Ρέι είναι ψηλός, ξανθός, γεροδεμένος, ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω με δερμάτινα και οδηγός μηχανής υψηλού κυβισμού. Όταν την επόμενη μέρα οι δυο τους συναντηθούν, ο Ρέι θα θέσει τους όρους αυτής της σχέσης.
Σε αντίθεση με το βιβλίο που τοποθετείται χρονικά στα ‘70s, ο Λάιτον αποφάσισε σοφά να μεταφέρει την ιστορία στο τώρα, καθιστώντας έτσι τον χαρακτήρα του Ρέι ουσιαστικά αινιγματικό, μια προσωπικότητα που όταν δεν βολτάρει με τους μηχανόβιους φίλους του (μια παρέα που απαρτίζεται από κυρίαρχους και υποτακτικούς που αρέσκονται σε κοινά, φετιχιστικά «παιχνίδια») ή όταν δεν βάζει τον Κόλιν στη «θέση» του, κανένας δεν γνωρίζει τι ακριβώς κάνει.
Σεναριακά η επιλογή αυτή ενισχύει την παρουσία του Σκάρσγκαρντ ο οποίος εδώ δεν κρατάει μόνο τον ρόλο του Σκανδιναβού θεού που προσφέρεται για οφθαλμόλουτρο – είναι πανέμορφος, δεν χωράει καμία αμφιβολία γι’ αυτό – όμως η απουσία περισσότερων πληροφοριών για το άτομό του, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου τα πάντα γίνονται γνωστά μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, ενισχύει την ίδια στιγμή το βάρος της εικόνας του, τον καθιστά ένα σωματοποιημένο όνειρο που ποτέ δεν μπορεί να πιαστεί αληθινά.
Αυτό είναι ένα έξοχο χτίσιμο χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο Μέλινγκ στον ρόλο του Κόλιν, αποτελεί τη βασική κινητήρια ορμή της ταινίας. Είναι δεδομένο πως ο πάλαι ποτέ ξάδελφος Ντάντλι του Χάρι Πότερ έχει προχωρήσει αλματωδώς στην καριέρα του και εδώ αποδεικνύει πως είναι και ατρόμητος, αφού τέτοιοι ρόλοι απαιτούν ειλικρινές ταλέντο και προσήλωση και ο Μέλινγκ επιβεβαιώνει πως διαθέτει και από τα δυο.
Πρόκειται για μια ταινία που διαθέτει μεγάλη καρδιά (πέρα από ένα επίσης μεγάλο προσθετικό ανθρώπινης ανατομίας, να το πούμε κι αυτό) και χιούμορ, τίποτα δεν μοιάζει βεβιασμένο και υπερβολικό στον τρόπο που στήνεται η ιστορία των δυο αυτών ανθρώπων. Η ανταλλαγή εξουσίας και τα καθορισμένα όρια, αποτελούν τη νέα, προσωπική κανονικότητα για τον Κόλιν και την έχει ανάγκη αυτήν την απελευθέρωση για να υπάρξει κατά τον υποτακτικό τρόπο που εκείνος επιθυμεί.
«Pillion» ονομάζεται ο συνεπιβάτης στη μηχανή. Ομοίως η ταινία είναι μια ιστορία για τον οδηγό και τον συνεπιβάτη του, δηλαδή για τον κυρίαρχο και τον υποτακτικό ακόλουθο, αλλά και για την επιθυμία, την ανάγκη της ατομικής έκφρασης και του να αισθάνεται κανείς άνετα με τον εαυτό του. Εκτός από το σέξι κομμάτι της D/s σχέσης η ταινία του Λάιτον είναι και ένα τρυφερό ρομάντζο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που παίρνουν ο ένας από τον άλλον αυτό ακριβώς που έχουν ανάγκη την δεδομένη στιγμή. Το τι είναι αυτό για τον καθέναν, σας περιμένει να το ανακαλύψετε στις αίθουσες.







