72 Ώρες Προθεσμία

Pressure

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο, Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άντονι Μάρας
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Άντονι Μάρας, Ντέιβιντ Χέιγκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άντριου Σκοτ, Μπρένταν Φρέιζερ, Κέρι Κόντον, Κρις Μεσίνα, Ντέιμιαν Λιούις
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζέιμι Ράμσεϊ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Βόλκερ Μπέρτελμαν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Film
    72 Ώρες Προθεσμία

Ένα σημαντικό επεισόδιο του 2ου ΠΠ, κατά το οποίο η απόφαση για την Απόβαση της Νορμανδίας καθορίστηκε από τον μετεωρολογικό υπολογισμό για την 6η Ιουνίου του 1944, υποστυλώνει ένα ευπρεπές δράμα ιστορικής μυθοπλασίας. Λείπουν τέτοια έργα, λείπουν ακόμα περισσότερο οι καλύτερες εκδοχές τους.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχει ένα αφηγηματικό σχήμα, ιδιαίτερα αγαπητό στην δυτική σινε-μυθοπλασία, και λατρεμένο στην αμερικανική, κατά το οποίο η οποιαδήποτε δράση, ανεξαρτήτως εύρους, βαρύτητας, ιστορικής σημασίας, συμπυκνώνεται και εστιάζεται σε έναν χαρακτήρα, τους συμπαριστάμενους και τον ανταγωνιστή του (villain, στα καθ’ ημάς), ούτως ώστε να δομηθεί ευκολότερα, για δημιουργούς και θεατές, ένα δράμα και να ειπωθεί μια ιστορία. Υποστηριγμένο από μια σειρά κλισέ στην διατύπωσή του (η διαφορετικότητα του χαρακτήρα, η σύγκρουση με τον ανταγωνιστή, τα διλήμματα, η υπεραπλούστευση μιας τεράστιας, πολυπλόκαμης απόφασης σε ένα «ναι ή όχι», οι μεταστροφές και φυσικά η απόλυτη δοξολογία της τελικής ηρωοποίησης) είναι ένα σχήμα που έχει αποδειχθεί εξυπηρετικό, άρα και ωφέλιμο σε μυθοπλασίες που έχουν να πουν μια ιστορία και δεν επιθυμούν (και για τον υπαρκτό φόβο της εμπορικής αποτυχίας) πολλές περικοκλάδες ρεαλισμού και διαλεκτικότητας.

Δεν είναι αξιωματικά αποτυχημένο ένα τέτοιο εγχείρημα. Με μια ιδανική σκηνοθεσία ενός καλογραμμένου σεναρίου μπορεί να δώσει απολαυστικό σινεμά κι έχει συμβεί πολλές φορές (Παράδειγμα κάπως ανάλογου δράματος ιστορικής μυθοπλασίας είναι το έξοχο Thirteen Days του Ρότζερ Ντόναλντσον για την πυραυλική κρίση στην Κούβα). Βέβαια, άλλο απολαυστικό σινεμά κι άλλο μεγάλο σινεμά, όσο κι αν αυτό στεναχωρεί πολλές φορές εμάς που γουστάρουμε καλοφτιαγμένες τέτοιες ταινίες και επιθυμούμε να θεωρούνται και σταθμοί στην 7η Τέχνη. Η ταινία του Άντονι Μάρας είναι στα βασικά της ευπρεπής. Η απολαυστικότητα εναπόκειται στον θεατή, ιδίως σε εξάρτηση με το πόσο το άνωθεν αφηγηματικό σχήμα γίνεται αισθητό – και γίνεται από την αρχή – και ανεκτό από αυτόν. Αν δεν έχεις πρόβλημα με δαύτο, θα περάσεις καλά, καθώς η ταινία είναι καλοπαιγμένη, καλοδιατυπωμένη, σοβαρή, τουλάχιστον όσο αναλογεί στην περίσταση. Είναι ένα σινεμά είδους που λείπει πια από την μεγάλη οθόνη, και στην πλατφμορμική του εκδοχή έχει υποστεί το πάνδεινο της υποδεέστερης κατασκευής που κατά βάση δεν περιμένει έντονη κριτική, δεν φοβάται δηλαδή εκτεταμένη στηλίτευση από κριτικό κοινό και επαγγελματίες. Σε αυτόν τον ψυχαγωγικό κόσμο που βρισκόμαστε η ταινία μπορεί και να περάσει, σχεδόν επάξια, για καλή ταινία. (Κι αν κρίνω από το imdb, η βαθμολογία του κοινού συναινεί.)

Όμως, υπάρχει αντίλογος. Κατ’ αυτόν είναι αδιανόητο ένα έργο με την Απόβαση στη Νορμανδία στο θέμα και την κορύφωσή του να στήνει την αγωνία του γύρω από το δίκιο ενός μετεωρολόγου (ή όποιου) ήρωα. Είναι ηθικό το θέμα και είναι παρεπόμενο του τρόπου μιας μυθοπλασίας που δεν έχει ιερό και όσιο μπροστά στην «αμερικάνικη» τάση κατασκευής ατόμων-ινδαλμάτων. Πολλές σπουδαιότερες ταινίες έχουν διαπράξει κάτι παρόμοιο – σκέφτομαι για παράδειγμα την Λίστα του Σίντλερ, όπου παρά την συνολική ευγένεια (και επίτευξη) της πρόθεσης εγκλωβίζεσαι από την κατασκευή να ενδιαφέρεσαι, πολλές φορές με μηχανισμούς διάφανης χειραγώγησης, ειδικά για τους Εβραίους του Σίντλερ, αντί για μια συνολική θηριωδία. Για αυτού του τύπου το σινεμά η Ιστορία είναι υποσύνολο του Επεισοδίου. Το αν έχει δίκιο ο Σταγκ είναι σημαντικότερο από την ίδια την Απόβαση. Εξού και η Απόβαση παρουσιάζεται σαν ένα μοντάζ συγκίνησης, πάντοτε με εμβόλιμα τα πλάνα του πρωταγωνιστή που είχε δίκιο καθώς ο καιρός επιβεβαιώνει την πρόβλεψή του. Όμως η Απόβαση δεν μπορεί να είναι ένα θεαματικό homage στην Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν, δεν μπορεί να είναι θέαμα στην υπηρεσία μιας ατομικής δικαίωσης. Κι αν η ταινία του Σπίλμπεργκ (στο πρώτο της μέρος, αποκλειστικά) ήταν ένας αντιπολεμικός ύμνος σε αυτούς που ελευθέρωσαν τον κόσμο, τούτη είναι ένας ύμνος σε αυτόν που τους είπε πότε να επιτεθούν.

Αν συνυπολογίσει κανείς και τις ελευθερίες του σεναρίου σε σχέση με την πραγματικότητα – πιο βροντώδης ηρωοποιητικά εκ των οποίων είναι ότι παρουσιάζει τον μετεωρολόγο Δρ. Σταγκ να πηγαίνει για 2-3 ημέρες στο αρχηγείο και να αποφασίζει ποια είναι η σωστή μέρα της Απόβασης (στην πραγματικότητα ήταν εκεί κοντά έξι μήνες) – συμπεραίνεται η έδρα της αφηγηματικής λογικής του έργου.

Στις λεπτομέρειες υπάρχουν μια σειρά από σκηνές, κυρίως διενέξεων, που εξυπηρετούν ταυτόχρονα και τον απλουστευτικό αφηγηματικό τρόπο και την οδό που μηχανεύεται η ταινία για να προάγει την ένταση. Και η Ιστορία δεν συνάδει: Ούτε ο Αϊζενχάουερ έσκουζε κάθε τρις και λίγο, ούτε ο Σταγκ είχε στην πραγματικότητα αντίπαλο-ανταγωνιστή-villain μετεωρολόγο. Είχε απλώς έναν άνθρωπο άλλης, όχι τόσο σκληρά επιστημονικής, σχολής απέναντί του. Η συνεργασία και η συνύπαρξη είχε την αρμόζουσα σοβαρότητα. (Δεν αναφέρομαι καν σε άλλες μυθοπλαστικές προσθήκες του έργου, δικαίωμά του, αλλά και πάλι προάγουν το δέος απέναντι στο Άτομο.)

Όμως αρκετά με την επίκριση, η ψίχα της είναι εκτιμώ αντιληπτή από τον καλοπροαίρετο αναγνώστη, έστω κι αν διαφωνήσει. Και την φρενάρω εδώ γιατί η ταινία, πέρα από τους αρκετούς «ψυχαγωγικούς» λόγους που θα βρεθούν ώστε να τεκμηριώσει εύνοια σε κοινό και κριτική, έχει και ένα σπουδαίο υπέρ στην νοηματική της σημειολογία. Δεν είναι άλλη από την σκηνή στην Εκκλησία, ένα τεκμήριο χολιγουντιανής γραφής και σκηνοθεσίας, όμως αυτή τη φορά στο μεγάλο της ατού, στο πώς διυλίζεται νόημα μέσα από την καθαρή δράση. Ο κόσμος του Σταγκ είναι ο κόσμος των στοιχείων, των επαληθεύσιμων γεγονότων, της Επιστήμης. Κι αυτό ως ένα βαθμό τον εξοστρακίζει από την παραδοσιακή, συντηρητική, θεσμοθετημένα θεοκρατική λογική ενός κόσμου που προτιμά την εναπόθεση σε άνωθεν δυνάμεις, παρά στην ορθολογική προσπάθεια κι επίτευξη του ανθρώπινου νου. Σαν μια παραβολή πάνω στην πρόσφατη πανδημία, και την μακρά απόσταση ανάμεσα στους λαϊκιστές και τους επιστήμονες, η σκηνή είναι υποδειγματική. Και ως προς την μυθοπλασία της, παραδειγματική.

Για τα της επί μέρους κατασκευής λίγα τα παράπονα (ας πούμε η τυπικά πομπώδης, ζιμερική, ανέμπνευστη μουσική υπογράμμιση των συγχορδιών), κάποια η επιφύλαξη για την (τολμηρότατη) επιλογή του Μπρένταν Φρέιζερ ως Αϊζενχάουερ, αλλά χαρίζει μια συμπαθητικότητα που αυτή η μυθοπλασία χρειάζεται, ευνοϊκότητα για τον Άντριου Σκοτ και την σοβαρότητά του σε έναν πλήρως αβανταδόρικο ρόλο και, φυσικά, πλήρης συγκατάθεση για την Κέρι Κόντον που όχι μόνο μας δίνει να καταλάβουμε ότι λίγη ιρλανδική χροιά στους φθόγγους είναι ότι χρειάζεται το αυτί μας, αλλά και ότι μπορεί την μια χρονιά να παίζει μηχανικό αγώνων στην Φόρμουλα 1 και την άλλη οδηγό ασθενοφόρου και γραμματέα στο στενό περιβάλλον του Στρατηγού Αϊζενχάουερ.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • 72 Ώρες Προθεσμία
  • 72 Ώρες Προθεσμία