Ψυχώ
Psycho
Μια από τις προσβάσιμες κορυφές του αφηγηματικού σινεμά όλων των εποχών, μα κι ένα άπταιστο αίνιγμα παρακολούθησης που δεν χορταίνεται. [spoilers]
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, 15.6.2026 για εσένα ταξιδευτή του σύμπαντος που πέφτεις πάνω σε μια αρχαϊκή μορφή επικοινωνίας δεκάδες χιλιάδες έτη από τώρα, το Ψυχώ στέκει σχεδόν ακριβώς στη μέση της ως σήμερα ιστορίας του σινεμά. Αν γραφόταν πέρυσι τέτοιον καιρό θα ήμασταν ακριβώς στην μέση. Χαμογελώντας στην πάροδο αυτών των ετών που μας χωρίζουν από την έλευση της, η ταινία παραμένει ένα εγκληματικά διασκεδαστικό και ποικιλόμορφο αίνιγμα που ορίζει ένα «πριν και μετά» του κινηματογραφικού πολιτισμού. Συνδυαζόμενο μάλιστα με την υψηλή του διάδραση με το υπόλοιπο χιτσκοκικό έργο της περιόδου (Δεσμώτης του Ιλίγγου, Στην Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων, Τα Πουλιά), κατακτά την αραιοκατοικημένη κορυφή των ταινιών που προσφέρουν μια θαυμάσια πυκνή αίσθηση παρακολούθησης.
Δύσκολα θα βρεις σημεία της ταινίας που να μην έχουν συζητηθεί. Και η αλήθεια είναι ότι εδώ η κριτική πρωτοτυπία δεν είναι πια ζητούμενο. Ίσως εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η εκ νέου επαλήθευση της λειτουργίας αυτής της πρωτοφανούς κινηματογραφικής εξίσωσης, η περιεργασία της τελειότητας της μορφής της, εν τέλει η σοφία της κατασκευής της, η ανεπανάληπτη μέθοδος στην κατασκευή της δράσης που δημιουργεί την δομικά χρειαζούμενη ταύτιση, οι λογής προοικονομίες (προσέξτε τα πουλιά στα καδράκια της Καμπίνας 1), οι ατελείωτες λεπτομέρειες.
Η σκηνή του διαλόγου του Νόρμαν με την Μάριον στο μοτέλ, ας πούμε: Μια κορυφαία σκηνή, απόλυτης, ειρωνικής αλληλεπίδρασης με το υπόλοιπο φιλμ, που αντί να εξαντληθεί στην πρώτη θέαση, δεν σταματά να σου αποκαλύπτει τα μυστικά της ακόμα και στην πολλοστή επανάληψη. Η γυναίκα που έχει διαπράξει ένα έγκλημα (την κλοπή 40.000 δολαρίων) και κατατρύχεται από ενοχές – που ακόμη όμως δεν συνέταξαν μεταμέλεια. Ο άνδρας-αγόρι που (όλοι το γνωρίζουν πια κι αυτό, σχεδόν παράλογα, προσθέτει με τον καιρό) έχει σκοτώσει την μητέρα του, την έχει ταριχεύσει και την αισθάνεται να καταλαμβάνει παλινδρομικά – κι όλο και περισσότερο - το μυαλό του. Και συζητούν… “We scratch and we claw, but only at the air, only at each other, and for all of it, we never badge an inch”. Να μια λιτή (και τρομερά αιφνίδια, εδώ που τα λέμε για έργο εμπορικών αξιώσεων) περιγραφή της τρέλας, της υπαρξιακής αγωνίας, εκείνης της κατάστασης του μυαλού που ο έλεγχος μοιάζει να παραδίδεται στο ανεξέλεγκτο. Και καθώς η συζήτηση σκοτεινιάζει, σ’ ένα πλάνο «ασταθές», ένα πλάνο απρόσμενης γωνίας, σε μια πλήρη κατάργηση κάθε προηγούμενης γεωμετρίας της συνάντησης (αφού εδώ πια προοικονομείται η ισορροπία που χάνεται), ο Νόρμαν, κινηματογραφημένος από χαμηλά… υπό το βλέμμα ενός ταριχευμένου πουλιού - όλως τυχαίως (…) η επόμενη ταινία του Χίτσκοκ. Η «Μαμά», αρχίζει να ηγεμονεύει. We scratch and we claw…
Βλέπεις το Ψυχώ, ακόμα περισσότερο κι από τον Σιωπηλό Μάρτυρα (1954), δεν είναι «απλά» μια ταινία πάνω στην παρακολούθηση, μια ταινία πάνω στους μηχανισμούς της θέασης. Είναι μια διαρκής σπουδή πάνω στο Βλέμμα. Το βλέμμα του ενός στον άλλον (οι εραστές, ο πλούσιος πελάτης που λιμπίζεται και κοκορεύεται (σ)την Μάριον, το αφεντικό που την βλέπει να το σκάει, ο αστυνομικός με τα τεράστια μαύρα γυαλιά κολλημένα στο τζάμι του αυτοκινήτου - το πιο διαπεραστικό «μη βλέμμα» στην ιστορία του σινεμά; Ναι, μέχρι εκείνο της Μαμάς). Το βλέμμα της συνείδησης στην Μάριον που οδηγώντας φαντάζεται τις συζητήσεις περί της απουσίας της. Το βλέμμα του ενός μέσα στον άλλον όταν μια καθημερινή κουβέντα μετατρέπεται σε αθέλητη και χρειαζούμενη (και μάταιη) συνεδρία αφύπνισης. Κι έπειτα το βλέμμα της ενοχής. Το βλέμμα των αβάσταχτων πεπραγμένων (τα ταριχευμένα πουλιά) που συνωθούνται σ’ ένα κατακερματισμένο υποσυνείδητο και μετουσιώνονται εν μέρει σε μιαν κατατροπωμένη λαγνεία: Ο ματάκιας Νόρμαν παρακολουθεί την ένοικο του δωματίου Νο 1 να γδύνεται. Η Μαμά παρακολουθεί τον «αμαρτωλό» γιόκα της και τον καταβροχθίζει σιγά σιγά. Αλλά όχι για την λαγνεία μα για το μεταπλασμένο πραγματικό του αμάρτημα, την μητροκτονία. Καλύτερη απεικόνιση του κανιβαλισμού του είδους μας, δεν πρέπει να πέρασε ποτέ πιο ύπουλα (αφού διασκεδαστικά!) μπροστά απ’ τα αδηφάγα σινεφίλ μάτια μας. Στο τέλος, οι αδειανές κόγχες της ταριχευμένης Μαμάς μοιάζουν να ειρωνεύονται την ίδια μας της σοβαροφάνεια και την υπερτίμηση των ματιών σαν καθρέφτη της ψυχής. Ούτε μάτια υπάρχουν, ούτε ψυχή. Στην καλύτερη περίπτωση – που φαντάζει σαν η βασανιστικά χειρότερη – ο κάθε ταλανισμένος θα κοιτάξει να κρατήσει ζωντανό αυτό που δεν υπάρχει δίνοντας τον πραγματικό χώρο του εαυτού του στον ανύπαρκτο μιας ανάμνησης κι ενός θανάτου. Ίσως γι΄αυτό, το ελάχιστο καρέ του φινάλε όπου το πρόσωπο του Νόρμαν συνυπάρχει μ’ εκείνο της μάνας του είναι τόσο εμπνευσμένο. Και ζοφερό.
Αλλού, εντός του κάθετου οικήματος – ας μνημονεύσω εδώ μια από τις διασκεδαστικότερες θεωρίες περί της ψυχαναλυτικής συμβολιστικής των δύο κτιρίων, ενός υποταγμένου «οριζόντιου», που είναι το μοτέλ και στέκει σαν ο κόσμος του Συνειδητού κι ενός κυρίαρχου κάθετου (και σκεπασμένου από μαύρα σύννεφα), που είναι το Σπίτι, η έδρα της Μητέρας, η έρημος του Υποσυνειδήτου – η κάμερα θα αρχίσει να περιπλανιέται, ξανά «σαν εκτός ισορροπίας»: Μία για να «συγκαλύψει» τον φόνο του ντετέκτιβ (ξανά από το ύψος ενός πουλιού) και μία, για να πραγματοποιήσει έναν σεναριακό περισπασμό – όταν ο Νόρμαν μεταφέρει την Μητέρα στο κελάρι. Παντού το Βλέμμα, από πού κοιτάμε (ή σα να ‘μασταν τι;), παίζει ρόλο.
Κι όμως σε τούτη εδώ την διασκεδαστική μα και προκλητική άσκηση σκηνοθετικής αυθαιρεσίας* μπορείς να δεις, εν μέσω ιδιοφυών παιχνιδισμάτων και ασυγκράτητης μαστοριάς, την ψυχή του (αγοριού) Χίτσκοκ να παραδίδεται στο σκοτάδι της. (Στο Vertigo είχε εντρυφήσει στην απελπισία του να κυνηγάς φαντάσματα, στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων διασκέδασε με την απόδραση από την σκιά του…5ου γίγαντα (της Μαμάς, βέβαια), μετέπειτα στα Πουλιά οικοδόμησε το οικο-γενειακό Χάος.) Και ταυτόχρονα δώρισε στην κινηματογραφική κοινότητα (και τον κόσμο μας) μια απώτερη, ζοφερή αίσθηση ενός σύμπαντος χαοτικού. Της ζωής μας ως τίποτα περισσότερο από μια μη αιτιοκρατική διαδοχή συμβάντων που δεν θα συγκρατηθούν στο ελάχιστο από την ανοησία της Ενοχής για τις ασήμαντες μικροπράξεις μας.
Οκτώ slashes μετά, τα βιτριολικά υψηλότονα βιολιά μιας τσιριχτής επιθανάτιας κραυγής θα αντικατασταθούν από τον μοιραίο, βαρύ και πένθιμο ήχο χαμηλότερων εγχόρδων.
* Δεν λησμονεί κανείς ότι υπήρξε σιωπηλός μάρτυρας της ανεπανάληπτης διακοπής μιας αφήγησης και την προκλητική διαδοχή της από μια whodunit έρευνα. Να ένας ακόμα λόγος που έχουμε πριν και μετά το Ψυχώ, να ασύλληπτος μοντερνισμός στην αφηγηματική κατασκευή και μαζί καθρέφτισμα του κυρίαρχου μοτίβου.







