Rabbit Trap
Rabbit Trap
Ένα ζευγάρι μουσικών που έχει απομονωθεί σε ένα αγροτόσπιτο κάπου στην Ουαλία, θα ηχογραφήσει έναν αλλόκοτο ήχο που κανείς τους δεν έχει ξανακούσει, με αποτέλεσμα η γαλήνια καθημερινότητά τους να μετατραπεί σταδιακά σε εφιάλτη.
Το «Rabbit Trap» αποτελεί το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μπριν Τσέινι ο οποίος «παίζει» εδώ με τα tropes του φολκ τρόμου, στήνοντας μεν έναν αποτελεσματικά ατμοσφαιρικό κόσμο, αδυνατώντας δε να εμφυσήσει σε τούτη τη λαογραφική παραβολή στέρεο αφηγηματικό περιεχόμενο.
Βρισκόμαστε στο 1976. Ο Ντάρσι (Πατέλ) και η Δάφνη (ΜακΓιούεν) είναι ένα ζευγάρι που ασχολείται με την πειραματική μουσική. Ζώντας σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά γεμάτο με αναλογικό εξοπλισμό ηχογράφησης, ο Ντάρσι περνάει τις μέρες του καταγράφοντας ήχους της φύσης και λοιπό ακουστικό υλικό, ενώ η Δάφνη συνθέτει ήχους και στίχους για το πιο πρόσφατο άλμπουμ της. Μια μέρα ο Ντάρσι θα «πιάσει» ένα σήμα που δε μοιάζει με κανένα άλλο. Τις επόμενες μέρες θα εμφανιστεί με τρόπο αναπάντεχο ένα αγόρι (Κρουτ), το οποίο φαίνεται αποφασισμένο να μπει για τα καλά στη ζωή τους.
«Με τα μάτια μπαίνεις στον κόσμο, με τα αυτιά ο κόσμος μπαίνει μέσα σου» λέει κάποια στιγμή η Δάφνη και αυτό θα είχε μια κάποια σημασία αν ο Τσέινι οδηγούσε το σενάριό του στην ηχητική μυσταγωγία. Πρακτικά αυτό δε συμβαίνει ποτέ, αφού μετά το αρχικό «πιάσιμο» της λοξής μελωδίας, η όποια μεταφυσική εξήγηση δίνει τη θέση της σε μια ακαθόριστη αίσθηση κινδύνου που πηγάζει από τον ερχομό του άγνωστου παιδιού. Πρόκειται όμως για μια τόσο αφηρημένη απειλή, που ουδεμία στιγμή ολοκληρώνεται σεναριακά, με τον θεατή να αναρωτιέται νωρίς μέσα στην ταινία, «γιατί δεν διώχνετε αυτό το παλιόπαιδο από το σπίτι σας;».
Σήμερα επικρατεί μια λανθασμένη πεποίθηση για το είδος του λαογραφικού τρόμου - ο οποίος γνωρίζει νέα άνθηση τα τελευταία χρόνια - πως αν η σκηνοθεσία είναι λατρευτική της φύσης και οι σκηνές περιλαμβάνουν δάση, σπηλιές και τελετουργικά απομεινάρια, δεν χρειάζεται δομημένη πλοκή προκειμένου να στηθεί και να σταθεί μια ταινία. Ο εκάστοτε θεατής μπορεί να φανταστεί μόνος του τι συμβαίνει και να συμπληρώσει τα κενά, αυτή εξάλλου αποτελεί μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις μια μεγάλης μερίδας του «elevated horror», του σκεπτόμενου τρόμου δηλαδή που (θέλει να) κοιτάζει πέρα από το προφανές.
Η αλήθεια είναι πως η αισθητικοποίηση του σινεμά δεν αρκεί. Ωραία η σκηνοθεσία, ωραία η πλανοθεσία, ωραία και η ατμόσφαιρα αλλά αν δεν έχεις ιστορία, αν δεν έχεις σενάριο, αν δεν έχεις υπόθεση, πως «κερδίζεις» το κοινό σου; Πώς το κάνεις να ενδιαφερθεί και να ταυτιστεί με τους ήρωές σου;
Η ταινία του Τσέινι την πατάει ακριβώς εκεί. Δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη διήγηση, μονάχα vibes, υπονοούμενα και παραλληλισμοί. Τι σημασία έχει, για παράδειγμα, αν το παιδί λέει στον Ντάρσι πως κυνηγάει λαγούς και τους παγιδεύει δίνοντάς τους αυτό που λαχταράνε, αν ο σαφέστατος παραλληλισμός με το κυνήγι του πρωτότυπου ήχου (και άρα αυτό που λαχταρούν οι πρωταγωνιστές) δεν οδηγεί πουθενά;
Είναι προφανές πως ο Τσέινι δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να δώσει στην ιστορία του. Είναι αυτό ένα μεταφυσικό οικογενειακό δράμα; Ένα φολκ στοίχειωμα; Μήπως ένα παραμύθι για τα αλλαξοπαίδια που άφηναν οι νεράιδες στη θέση των αληθινών παιδιών που έκλεβαν, σύμφωνα με την ουαλική παράδοση; Κανείς δεν ξέρει και είναι κρίμα μιας που υπάρχουν εδώ μερικές αληθινά καλές ερμηνείες, ιδιαίτερα αυτή της Τζέιντ Κρουτ (κι ας τη προσφωνούν ως αγόρι) που αντηχεί, κατά έναν περίεργο τρόπο, εκείνη την ανατριχιαστική ερμηνεία του Μπάρι Κέογκαν στο «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» του Γιώργου Λάνθιμου.
Το «Rabbit Trap» ξεκινάει με τις καλύτερες προσδοκίες – υπάρχει μια ηχογράφηση στην αρχή που σε προϊδεάζει για μια πρωτότυπη, ηχητική προσέγγιση της φυσιολατρικής μέθεξης που υποπτεύεσαι ότι θα ακολουθήσει – σύντομα όμως αντιλαμβάνεσαι πως πέρα από το σχηματικό του θέματος η ταινία του Τσέινι δεν έχει τίποτα άλλο να δώσει, λαογραφικό ή μη.







