Όλο το Σόι
Riff Raff

Ένας πρώην γκάνγκστερ ζει ήσυχα με την νέα του οικογένεια έως ότου δέχεται την επίσκεψη της πρώην συζύγου του και του γιου τους ο οποίος με την σειρά του καταδιώκεται μαζί με την έγκυο φίλη του από παλιό συνεργάτη του πατέρα του. Ανθυποαντιγραφή-κράμα αδελφών Κοέν και Ταραντίνο, με ολίγη από διάφορα έργα του είδους, που κρατιέται στην ευπρέπεια από έναν θίασο χαρακτήρων και ένα απολαυστικό καστ.
Αν η τρίτη πράξη δεν είχε ένα κραυγαλέο δραματουργικό ατόπημα και ένα φώλιασμα στην βολικότητα του σαρκαστικού happy end που μια απασφαλισμένα κυνική ανάλογη ταινία θα περιφρονούσε, τούτο θα ήταν μια επιστροφή του Ντίτο Μοντιέλ στην φόρμα. Ως έχει είναι και πάλι ένα επαρκές ύψωμα του πήχη, ο οποίος όμως είχε ακουμπήσει στο έδαφος με τις τελευταίες δουλειές του.
Η έτερη φόρμα, αυτή που ενώνει και δονεί την ταινία, είναι αυτή του κωμικού θρίλερ με γκάνγκστερ-θύματα του παρελθόντος τους, που πρέπει να έχουν γυριστεί περίπου 16 χιλιάδες μόνο στα τελευταία 35 χρόνια, όμως όταν έχεις εμβολιαστεί κινηματογραφικά με την κουλτούρα του φόνου και μιας συνοδευτικής αλαφροεξυπνάδας (να είναι καλά κάποιο αμερικάνικο ανεξάρτητο, κι εν μέρει γόνος Ταραντίνο και μπαμπάς Σκορσέζε), δύσκολα βγαίνεις από το καλούπι. Έτσι λοιπόν, αν δεν σε λένε Τζόελ και Ίθαν, οπότε στο είδος δεν βάζεις απλώς εβραϊκό χιούμορ αλλά και μια θεμελιωμένη, καλλιεργημένη και σοβαρά ταλαντούχα επόπτευση βασικών πρώτων υλών της κωμωδίας, του δράματος ή/και του έπους, αυτό που μπορείς να κάνεις είναι έργα που σκοτώνεται κόσμος χωρίς λόγο, στο πλαίσιο μιας ταινίας που έχει αυτοσκοπό το βιτριόλι και την κριτική του περιλάλητου Αμερικανικού Ονείρου και της Οικογένειας που συχνά το στοιχειοθετεί. Ίσως αν το σινεμά (και πολλοί κριτικοί του) είχαν αφήσει στην ησυχία του το Αμερικανικό Όνειρο δεν θα ήταν τόσος κόσμος που ακόμα θα το πίστευε (και θα το ψήφιζε) τόσο φανατικά.
Από τα παραπάνω η ταινία δεν θα φτούραγε στο σύστημα του υπογράφοντα, έλα όμως που υπάρχει ένα καστ και μια αφηγηματική απόφαση (αυτή της διεύρυνσης ενός κόσμου με διαρκή, δουλεμένα φλασμπάκ) που κρατούν την μύτη του έργου έξω απ’ το νερό. Και πάλι πεθαίνει κόσμος για πλάκα – σε μια σκηνή καταλαβαίνεις την άβυσσο από το «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» - αλλά ο Μοντιέλ και ο σεναρίστας του (o Τζον Πολόνο του «Stronger» και του «Small Engine Repair») μοιάζουν να έχουν στο μυαλό τους μια μαύρη ηθικοπλαστική κωμωδία (θα καταλάβετε άμα το δείτε) της οποίας λαμπρό επίκεντρο είναι ο ρόλος του αξιολάτρευτου Μάιλς Τζ. Χάρβεϊ – που έχει και εν μέρει χρέη αφηγητή. Ωστόσο, μαύρη και ηθικοπλαστική ίσον ανισότητα.
Δορυφορικά στον νεαρό Χάρβεϊ, που είθε να αξιοποιηθεί στο μέλλον, κινείται η γεννημένη-να-κλέβει-σκηνές-με-τέτοιους-ρόλους Τζένιφερ Κούλιτζ, ο πανέντιμος γιος Μπιλ Πούλμαν, Λιούις, ο εύστοχα κατευνασμένος Εντ Χάρις (στην άλλη όψη του χαρακτήρα του στο χαμερπές «Love Lies Bleeding») και ο στο Όρος Ράσμορ του deadpan λαξεμένος Μπιλ Μάρεϊ, σε έναν ρόλο που αρχικά ήταν για τον Ντάστιν Χόφμαν. Όχι ότι κάποιος βρίσκεται στην κορυφαία του στιγμή, όμως το ταλέντο δεν κρύβεται και η αλληλεπίδραση φέρει μια απόλαυση.
Αυτά, λίγα τα ρέστα, κακό και το timing με την ταινία να βγαίνει τρεις μήνες μετά τα Χριστούγεννα που εξελίσσεται, οι ουκ ολίγοι λάτρεις του είδους και οι (λιγότεροι) ιστορικοί μελετητές του αμερικανικού σινεμά θα βρουν απάγκιο και μετρημένη ευχαρίστηση αντίστοιχα.