Τρέξε Λόλα Τρέξε
Run Lola Run
Η θρυλική ταινία του Τομ Τίκβερ επιστρέφει στα θερινά σινεμά και τρέχει πιο γρήγορα από ποτέ!
Η Λόλα έχει είκοσι λεπτά για να βρει 100.000 μάρκα και να σώσει τον Μάνι, ο οποίος έχασε τα χρήματα ενός γκάνγκστερ. Από αυτό το στοιχειώδες αφηγηματικό σχήμα, ο Τομ Τίκβερ κατασκευάζει μια ταινία που δεν ενδιαφέρεται τόσο για το αν η ηρωίδα θα προλάβει, όσο για το πόσοι διαφορετικοί κόσμοι μπορούν να αναπαρασταθούν μέσα σε ένα μόνο εικοσάλεπτο.
Η διαδρομή επαναλαμβάνεται τρεις φορές, όμως τίποτα δεν επαναλαμβάνεται πραγματικά. Ένα παραπάτημα, μια καθυστέρηση, μια διαφορετική ματιά ή μια τυχαία συνάντηση μετατοπίζουν ολόκληρη την αλυσίδα των γεγονότων. Η ταινία αντιμετωπίζει τον χρόνο σαν εύπλαστο υλικό και όχι σαν ευθεία γραμμή. Κάθε εκδοχή επιστρέφει στην αφετηρία για να δοκιμάσει ξανά τις πιθανότητες, σαν η αφήγηση να έχει τη δυνατότητα να διορθώνει τα λάθη της ή, τουλάχιστον, να τα επαναπροσδιορίζει.
Η μεγάλη επιτυχία του Τίκβερ είναι ότι το «ύφος» δεν συνοδεύει απλώς την ιστορία, γίνεται η ίδια η ιστορία. Κινούμενα σχέδια, ασπρόμαυρες εικόνες, διαιρεμένες οθόνες, φωτογραφικά στιγμιότυπα, απότομες γωνίες λήψης και ένα μοντάζ που αρνείται να σταματήσει συνθέτουν έναν κινηματογραφικό μηχανισμό διαρκούς επιτάχυνσης. Η techno μουσική δεν λειτουργεί ως υπόκρουση, αλλά ως ο καρδιακός παλμός της Λόλα. Τα βήματά της, η αναπνοή της, ο ήχος και η εικόνα συγχρονίζονται σε μια εμπειρία σχεδόν σωματική. Τόσο για την ίδια, όσο και για τον θεατή. Το Βερολίνο εδώ δεν είναι ένας αναγνωρίσιμος τόπος. Είναι ένας λαβύρινθος δρόμων, διασταυρώσεων, τραπεζών, σούπερ μάρκετ και περαστικών, ένα αστικό πεδίο όπου κάθε εμπόδιο μπορεί να γίνει αιτία μιας νέας πραγματικότητας. Η πόλη μοιάζει να συμμετέχει στο παιχνίδι, άλλοτε εμποδίζοντας και άλλοτε διευκολύνοντας την ηρωίδα.
Πίσω από την εντυπωσιακή ταχύτητα της «Λόλας» κρύβεται ένας στοχασμός πάνω στην τύχη, την αιτιότητα και την ελεύθερη βούληση. Καμία συνάντηση δεν είναι ασήμαντη. Ένα στιγμιαίο συμβάν αρκεί για να οδηγήσει κάποιον στην ευτυχία ή την καταστροφή. Το αποτέλεσμα έχει κάτι από τη θεωρία του χάους: η Λόλα τρέχει επειδή πιστεύει ότι η επιθυμία, η επιμονή και η αγάπη μπορούν να αντισταθούν στο προκαθορισμένο.
Η Φράνκα Ποτέντε γίνεται το απόλυτο κέντρο αυτής της κατασκευής. Με τα κόκκινα μαλλιά, το αποφασισμένο βλέμμα και το ασταμάτητο τρέξιμο, μετατρέπει τη Λόλα σε εικόνα που επιβιώνει πέρα από την πλοκή. Από δίπλα ο Τομ Τίκβερ, που αναγέννησε το ενδιαφέρον μας για το γερμανικό σινεμά στα τέλη των ‘90s, προστατεύει την ταινία από την εξάντληση μιας ιδέας που βασίζεται περισσότερο στην εκτέλεση παρά στην πολυπλοκότητα της πλοκής.
Το «Τρέξε Λόλα Τρέξε» απέδειξε ότι ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μπορούσε να είναι ταυτόχρονα πειραματικός, εμπορικός, παιχνιδιάρικος και άμεσα προσβάσιμος. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει στη «Λόλα» ένα έργο που προανήγγειλε τις διακλαδωμένες αφηγήσεις, τις πολλαπλές πραγματικότητες, τη λογική της επανάληψης, την αισθητική των βιντεοπαιχνιδιών και την έλευση της ψηφιακής κουλτούρας. Ναι, όλα αυτά, μαζί.







