Η Ζούγκλα της Ασφάλτου
Η Ζούγκλα της Ασφάλτου
Αρχετυπικό φιλμ – νουάρ και heist movie, από τα ατόφια αριστουργήματα του είδους, μια μεγάλη κλασική αμερικανική ταινία.
Ένας κακοποιός, ο Ντοκ (Σαμ Τζάφι), με την οικονομική υποστήριξη ενός διεφθαρμένου δικηγόρου, του Αλόνζο Έμεριχ (Λούις Κάλχερν), σχεδιάζει μια τέλεια ληστεία χρυσού. Ο Ντοκ συγκεντρώνει μια ομάδα από ημιεπαγγελματίες κακοποιούς και προχωρά στο σχέδιο της ληστείας. Αρχικά, ο Αλόνζο επρόκειτο να προδώσει τον Ντοκ και την παρέα του, παίρνοντας για λογαριασμό του όλο το προϊόν της ληστείας. Ο Ντιξ Χάντλεϊ (Στέρλινγκ Χέιντεν), όμως, ο πιο σκληρός της συμμορίας, αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του.
Το μυθιστόρημα του Γ. Ρ. Μπερνέτ «Η Ζούγκλα της Ασφάλτου» στάθηκε η πηγή έμπνευσης για μια από τις καλύτερες ταινίες του σπουδαίου Τζον Χιούστον («The Maltese Falcon», «The Treasure of the Sierra Madre»), που τον επανέφερε στις εμπορικές επιτυχίες μετά το αποτυχημένο, στα ταμεία, «We Were Strangers» του 1949. Το «The Asphalt Jungle» είναι ένα από τα σημαντικότερα φιλμ – νουάρ του κινηματογράφου, ένα διαμάντι στη φιλμογραφία του Χιούστον, καθώς και το αρχέτυπο πάνω στο οποίο πατούν οι ταινίες που αποκαλούμε «heist movies», δηλαδή τα φιλμ που δραματοποιούν τον σχεδιασμό, την εκτέλεση και τα απόνερα μιας ληστείας. Φυσικά, ταινίες του είδους είχαμε δει ήδη από την εποχή των nickelodeons («The Great Train Robbery» του Έντουιν Πόρτερ το 1903), όμως με το φιλμ του Χιούστον καθιερώθηκαν η δομή, οι χαρακτήρες και το ύφος που ακολουθούν μέχρι και σήμερα αυτές οι ταινίες.
Θεματολογικά, το φιλμ περιστρέφεται γύρω από έννοιες όπως η απληστία, η επιπολαιότητα, η τιμή, η προδοσία και η αξιοπρέπεια, μοτίβα που συναντώνται σε όλα τα φιλμ – νουάρ της κλασικής εποχής. Ο υπόκοσμος της ταινίας έχει τον δικό του κώδικα τιμής, ηθικής και δεοντολογίας, και υπάρχει κι εκεί διαβάθμιση ανάλογα με την εντιμότητα του καθενός απέναντι σε αυτόν τον κώδικα. Οι πρωταγωνιστές του φιλμ είναι έρμαια των παθών τους, με τον Χιούστον να σχολιάζει καυστικά την ανθρώπινη κατάσταση: όσο διεξοδικά κι αν καταρτιστεί ένα σχέδιο, τελικά αυτοί που θα αναλάβουν να το φέρουν εις πέρας θα αποδειχθούν αδύναμοι μπροστά στον πειρασμό κάθε είδους.
Αλλά και εκείνος που φαινομενικά εκπροσωπεί την εξουσία, την έννομη τάξη, την ευνομούμενη πολιτεία, ο δικηγόρος του απολαυστικά γλοιώδους Λούις Κάλχερν, είναι τελικά ο χειρότερος απ’ όλους. Γιατί όχι μόνο είναι ο εγκέφαλος του εγκληματικού σχεδίου, κοροϊδεύοντας την κοινωνία που υποτίθεται πως υπηρετεί, αλλά ενεργεί αποκλειστικά με βάση το ιδιωτικό συμφέρον και πηγαίνει κόντρα ακόμα και στον κώδικα τιμής του υποκόσμου, αποδεικνύοντας ότι κι αυτούς τους ανθρώπους τους εκμεταλλεύεται. Αν για τους ληστές μπορούμε να βρούμε ένα κάποιο ηθικό άλλοθι στο γεγονός ότι βρίσκονται εκεί που βρίσκονται από ανάγκη και ότι τηρούν τον μεταξύ τους δεοντολογικό κώδικα, ποια δικαιολογία έχει ο δικηγόρος, ο καλοβαλμένος, που απλά αποδείχθηκε άπληστος;
Αυτές οι γκρίζες ζώνες μπορεί πλέον να είναι κοινός τόπος στις κινηματογραφικές αφηγήσεις, όμως το 1950, όταν κυκλοφόρησε η ταινία, αποτελούσαν κάτι το ρηξικέλευθο. Η επιτυχία του φιλμ, καλλιτεχνική κι εμπορική, ήταν φυσικό επόμενο, όπως και το στάτους του κλασικού που κατέχει πλέον η ταινία. Από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, το «The Killing» (1956) του οποίου είναι άτυπο ριμέικ αυτού εδώ και μάλιστα με τον ίδιο πρωταγωνιστή (Στέρλινγκ Χέιντεν), έως τον Ζαν – Πιέρ Μελβίλ κι από τον Μάρτιν Σκορσέζε έως τον Κουέντιν Ταραντίνο (και παραλείψαμε πολλούς), δεκάδες δημιουργοί εμπνεύστηκαν από τη δομή, το θεματικό βάθος και, φυσικά, τη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ της αριστουργηματικής ταινίας του Χιούστον, προκειμένου να παραδώσουν τη δική τους οπτική στο υπο-είδος του «heist movie».







