Το Πάρτυ Γενεθλίων
The Birthday Party
Ένας Έλληνας κροίσος παραθέτει ένα πάρτι γενεθλίων για την κόρη του στο ιδιόκτητο νησί του και βρίσκει παράλληλα μια ευκαιρία να κλείσει τους τρέχοντες λογαριασμούς του με το όνομά του και την ζωή της. Το βιβλίο του Πάνου Καρνέζη δίνει μια ευκαιρία ευρύτερου πολιτικού, ταξικού και φυλετικού σχολίου, την οποία η ταινία μετατρέπει σε εστέτ κουτσομπολιό πρώτης τάξεως.
Επιβραβεύοντας την επίγνωση του θεατή, η ταινία από την αρχή χαράσσει τις γραμμές της. Αφού λοιπόν με θέμα έναν κροίσο-γκάνγκστερ (όπως κάθε κροίσος που σέβεται τον εαυτό του, αλλά όχι τους άλλους) και αφορμή δραματουργίας ένα πάρτι γενεθλίων όλοι οι σινεφίλ θα σκεφτούν τον Νονό του 1972 και την αρχική σεκάνς του, ακολουθεί ο διάλογος στον οποίον ο μεγιστάνας (έκτακτος Νταφό) διευκρινίζει στον δημοσιογράφο/συγγραφέα ότι δεν είναι ο Βίτο Κορλεόνε, αλλά ο ήρωας μιας άλλης ταινίας, μία της χρονιάς της πλοκής του έργου (το 1975). Αυτός με τα μεγάλα σαγόνια. Αυτός λοιπόν είναι ο ζάπλουτος που ξέρει ότι είναι καρχαρίας και σαν τέτοιος θα θελήσει να κλείσει τους λογαριασμούς του στην ιστορία.
Ο διάλογος αυτός, σε συνδυασμό με την εξαιρετικά συγκροτημένη εισαγωγή που τοποθετεί ωραιότατα στην εποχή και την ατμόσφαιρα του έργου, προδιαθέτει ευνοϊκά. Πάντα άλλωστε το να έχεις έναν γοητευτικό, έστω κι αν σκωληκοειδή, πρωταγωνιστή με δύναμη στα χέρια του είναι μια κινηματογραφική πρώτη ύλη. Όπως όμως πάντοτε είναι και το ερώτημα στην πραγματική ζωή, άρα και στο σινεμά, το θέμα είναι τι θα την κάνεις αυτή την δύναμη. Η αφηγηματικά εύληπτη ταινία, ερωτευμένη με τις εικόνες της, βέβαιη για την κριτική ηθική της ενάργεια, και πεπερασμένη μέσα σε ένα σενάριο που φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο ενός «ισχυρού άνδρα» χωρίς ποτέ να σπάσει την αφήγηση εκτός νησιού (στο βιβλίο, διαβάζω, υπάρχουν φλασμπάκ), κάπου στα μισά αρχίζει να νοσεί. Δεν ξεμένει ακριβώς από καύσιμο (εκτιμώ την ταινία που ήθελε έκανε ο Ισπανός Μιγκέλ Άνχελ Χιμένες) αλλά αποδεικνύεται ότι δεν είναι πολλά παραπάνω από...πέντε λεπτά του Νονού (και κανένα του Jaws) έτσι όπως επιδίδεται σε μια κυριολεκτικότητα, μια σαφήνεια, ένα «ό,τι βλέπεις υπάρχει» που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια απλή ιστορία εξουσιαστικής άσκησης που εμφαίνει στην βαθμιαία απομόνωσή του θύτη, που βλέπει τα θύματα να μένουν πίσω και αποσκοπεί στο να επιπλεύσουν με κάποιον τρόπο «οι καλές προθέσεις» (του καθάρματος) που δεν μεταφράστηκαν σωστά από την έκβαση της ζωής. (Εξού και το κάπως παιδαριώδες μοτίβο του Don’t Let Me Be Misunderstood των Animals - ένας μυθοπλαστικός Έρικ Μπέρντον δίνει παρών κιόλας – τον ρωτήσατε που τον μπλέξατε μυθοπλαστικά με τον συρφετό; )
αν την ταινία την είχε κάνει ο Γκουαντανίνο ακόμα και η παρακμή θα είχε το τέταρτο της κινηματογραφικής της λάμψης
Βέβαια, ο ελέφαντας στο δωμάτιο δεν είναι άλλος από τους εμφανέστατους παραλληλισμούς με τον Αριστοτέλη Ωνάση (η καταγωγή, το ιδιόκτητο νησί, η αναφορά στην νεκρή σύζυγο, η Κάλλας στην αρχή του έργου, ο νεκρός γιος, η «χαμένη», παραμελημένη κόρη, το στυλ του Νταφό), πράγμα όμως που ακριβώς οδηγεί στο διπλό μας πρόβλημα. Πρώτο μέρος του οποίου είναι ότι κάπως έτσι το έργο μοιάζει ολοένα και περισσότερο βγαλμένο από τις σελίδες κάποιου ταμπλόιντ που βρίσκει αφορμή μιας ελάχιστης προσωπικής ιστορίας για να μας δείξει (σαν τους απαγορευμένους παπαράτσι του) πώς να ήταν άραγε σε ένα από εκείνα τα πάρτι του ’70 στον Σκορπιό. Το ακόμα χειρότερο δεύτερο όμως είναι ότι μέσα από μια τέτοια ιστορία, μια πραγματική ιστορία της οποίας οι γυναίκες ειδικά αποτελούν εντυπωσιακά θύματα μιας τέτοιας πολιτικής/εξουσιαστικής διαστρωμάτωσης, η ταινία επαναλαμβάνει στην μυριοστή την ιστορία ενός άνδρα που τα κάνει όλα λάθος μεν, αλλά «είναι μια ψυχή με καλές προθέσεις». Και δεν είναι μόνο που ο ανταγωνισμός σε τέτοιες -αυθεντικά αυτοκριτικές- ταινίες είναι απλησίαστος, είναι και που, σκέφτεσαι από μέσα σου, τι να λένε τα φαντάσματα γυναικών που γεννήθηκαν στο τζετ σετ, νόμισαν πως έπαιξαν στα δάχτυλα (pun intended) τους κανόνες του και βρέθηκαν πρόωρα κι αμετάκλητα εκτός; Τι να λέει το φάντασμα της μεγαλύτερης σοπράνο όλων των εποχών, τι εκείνο μιας κόρης-διαδόχου που κατέληξε άδοξα στην πόλη που κάθε άλλο παρά ούριους άνεμους φύσηξε γι’ αυτήν;
Έστω, ακόμα κι έτσι, αν την ταινία την είχε κάνει ο Γκουαντανίνο ακόμα και η παρακμή θα είχε το τέταρτο της κινηματογραφικής της λάμψης. Ως έχει είναι ένα φωτορομάντζο αίγλης και παρασκηνιακών στιγμών μιας ζωής, ένα προσεκτικά σκηνογραφημένο, αρρωστημένα σαγηνευτικό, αλλά όχι με ακρίβεια, λεπτομέρειες, με αμφισημία σκηνοθετημένο όργιο παρακολούθησης και ρύθμισης των «ζωών των άλλων», κάποιων μακρινών ανασασμών τραγικής μοίρας περί του αρσενικού παιδιού των βασιλιάδων, κληρονομημένου ή επίκτητου πλούτου (αν είναι δυνατόν δηλαδή), μιας συμπόνιας στην βαριόμοιρη κόρη (η Κάρμεν Σόνε ξεκινά αμήχανα, καλυτερεύει στην πορεία) και όχι πολλά περισσότερα. Με καλή πρόθεση πάντα.







