Οι Κρίστοφερ

The Christophers

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: HΠΑ, Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Σόντερμπεργκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Εντ Σόλομον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ιαν ΜακΚέλεν, Μικαέλα Κόουλ, Τζέσικα Γκάνικγκ, Τζέιμς Κόρντεν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Πίτερ Άντριους
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντέιβιντ Χολμς
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Film
    Οι Κρίστοφερ

Δύο γόνοι ενός διάσημου, ερημίτη ζωγράφου, προσλαμβάνουν για ίδιον όφελος μια ταλαντούχα καλλιτέχνιδα να ολοκληρώσει απομιμήσεις μιας σειράς πορτρέτων του ζωγράφου, που ο ίδιος έχει αφήσει ανολοκλήρωτη και δεν θέλει να βλέπει μπροστά του. Όμως η σχέση των δύο καλλιτεχνών θα έχει επιπτώσεις στη ζωή και των δύο. Μια ακόμα άσκηση του Στίβεν Σόντερμπεργκ, «σινεφιλικά θεατρόφιλη» στο όριο, με έναν Ίαν ΜακΚέλεν που δεν χορταίνεται.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Οι φίλοι του θεάτρου και της εκφοράς του αγγλικού λόγου του θα περάσουν έκτακτα στο πιο πρόσφατο παίγνιο του Στίβεν Σόντερμπεργκ. Ο οποίος παρότι έχει ένα διαμέτρημα ΜακΚέλεν σε περίοπτη θέση, επιβιώνει για μια ακόμα φορά ως ένα μυστήριο της εποχής του, ένας δημιουργός που μοιάζει να κρύβεται σε δημοσιότατη θέα (η 11η ταινία του στα 8 χρόνια της επιστροφής του στο σινεμά).

Μπαίνεις σε έναν πειρασμό που οι φίλοι του auteur-ισμού δύσκολα αποφεύγουν. Ποιος είναι ο Σόντερμπεργκ, που κρύβεται; Στην ιστορία ενός καλλιτέχνη αλλοτινής αίγλης που έχει πια αποσυρθεί και αδυνατεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό, ίσως τα πράγματα δεν είναι τόσο κρυπτικά. Όμως ο Σόντερμπεργκ δεν είναι καλλιτέχνης που εγκαταλείπεται στις αυτοπροσωπογραφίες. Αγαπά το εκφραστικό του μέσο περισσότερο από την καλλιτεχνική ιδιότητα. Μπορεί να μην είναι πιστευτός σαν λαλίστατος, γκρινιάρης, ευφυής (ιδιότητες στις οποίες θριαμβεύει ο πρωταγωνιστής του), είναι όμως λεπτά παρών διαρκώς σαν θεωρητής της τέχνης του. Δείτε την έξοχη σκηνή στην αρχή της τρίτης πράξης (περίπου πάνω στην ώρα), όταν ο Καλλιτέχνης καλείται να καταστρέψει το έργο του. Η κάμερα μένει σε ένα αφανές κοντρ πλονζέ, σταθερή πάνω στον ηθοποιό που αντιμετωπίζει το έργο του, τον εαυτό του, τις τάσεις του, τα αποτελέσματά τους. Δεν θα δούμε ποτέ τι «κατάφερε», όμως στο πρόσωπο του ΜακΚέλεν περνούν διάττουσες όψεις, συγκινητικότερα εν τέλει αυτή της αιχμαλωσίας του καλλιτέχνη στο δημιούργημά του, ακόμα κι αν το μισεί, ακόμα κι αν πασχίζει να το καταστρέψει.

Αυτά, σε συνδυασμό με μια ιστορία πάνω στις καλλιτεχνικές γενιές, την σύγκρουση των πολιτισμικών στιγμών, την ηλικιακή και την φυλετική «αντίθεση» (αυτός 85χρονος λευκός κατεστημένος, αυτή μαύρη, νεαρή, καλλιτεχνικά άνεργη), τον ορισμό της πρωτοτυπίας, την θέση του αντιγράφου και το πώς η Κουλτούρα δημιουργεί ιεραρχίες, κυρίως για να τις τιμολογεί παρά γιατί οι δημιουργοί βαθμονόμησαν το έργο τους, θα ήταν υλικά πρωτοκλασάτης ταινίας.

Το πρόβλημα είναι όμως δίπτυχο. Το ένα, υποκειμενικότερο, ότι το κρεσέντο θεατρικής πρόζας θα ξενίσει στους σινεφίλ, που δικαιούμαστε να βλέπουμε με μισό μάτι τις θεατρικές συμβάσεις. Ο ποταμός του κειμένου, έξοχα περασμένος βέβαια από τον απολαυστικά αγέραστο ΜακΚέλεν, αναπόφευκτα θα στρέψει την προσοχή και στο τί λέγεται. Και αυτά που λέγονται δεν είναι αλησμόνητα. Το κείμενο ενός άλλου (σκέφτομαι τον Μπέρναρντ Σο, τον Άντον Τσέχοφ, τον Τζον Γκουέιρ, αλλά οι φίλοι μας του θεάτρου θα πουν πολύ καλύτερα παραδείγματα) ίσως ήταν μια προτιμότερη κράση σαρκασμού, δράματος, οξύνοιας. Όχι ότι εδώ πλήττει κανείς, όμως προσωπικά είχα αυτή την αίσθηση, όπως συχνάκις στο θέατρο, ότι λέγονται πάρα πολλά παραπάνω από όσα χρειάζονται.

Το έτερο είναι ότι ο Σόντερμπεργκ δεν έχει καμμία διάθεση να υπερβεί την παραγωγή του και πρέπει να το γύρισε στο πόδι. Βέβαια το «στο πόδι» του Αμερικάνου είναι έργο τέχνης για το 80% των υπολοίπων ομόλογων, αλλά και πάλι η θεατρική αίσθηση, το κατάφωτο πλατώ, η επίπεδη φωτογράφησή του δίνουν μια διάσταση προσεγμένης τηλεσκηνοθεσίας θεατρικού. Σε κάποιους αυτό θα βγάλει μια συγκίνηση, εάν προέρχονται από εποχές τηλεθεάτρου, ιδίως βρετανικών παραγωγών, κι εδώ ομολογώ συναίσθημα, όμως κινηματογραφικά το πράγμα μετά βίας στέκει.

Ο Ντέιβιντ Χολμς, από την άλλη, παραδίδει ένα από τα καλύτερα score που έχει χαρίσει στον Σόντερμπεργκ. Ανατρέχοντας με μοντέρνα μέσα στην lounge αίσθηση Ιταλών του ’60-’70 (κυρίως Ορτολάνι, Τσιπριάνι και Τροβατζόλι), πομπός ενός παιγνιωδώς μελαγχολικού ήχου που παραπέμπει στην εποχή της δόξας του πρωταγωνιστή, παραδίδει τον δικό του συγκερασμό των ετερόκλητων χαρακτήρων του διδύμου.

Τέλος, αναπόφευκτα, οι ερμηνευτές. Με τα παιδιά του κεντρικού του χαρακτήρα ο Σόντερμπεργκ θυμάται τον Ίστγουντ του Gran Torino (κοινώς τα σιχαίνεσαι). Με την Μικαέλα Κόουλ βρίσκει έναν γενεαλογικό δέκτη που περνά στην αδρή φυσιογνωμία της την ισχύ της νιότης και του ταλέντου καθώς και την απονεύρωση μιας τυπολατρικής κουλτούρας. Με τον Ίαν ΜακΚέλεν στρογγυλοκάθεται πίσω από την μηχανή και τον αφήνει να φτιάξει ένα ακόμα πορτρέτο αντιφατικού καλλιτέχνη (ποιος ξεχνά το Θεοί και Δαίμονες), όλο αυτοπεποίθηση και αναχωρητισμό, όλο δηκτικότητα και δειλία. Είναι καταπληκτικός ο άνθρωπος, όλο το έργο βρίσκεται στα πόδια του.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Κρίστοφερ
  • Οι Κρίστοφερ