Ο Θάνατος του Robin Hood
The Death of Robin Hood
Ο Μάικλ Σαρνόσκι («Pig», «A Quiet Place: Day One») επιχειρεί μια νέα, αντιηρωική ματιά στον μύθο του Ρομπέν των Δασών, με τον Χιου Τζάκμαν εξαιρετικό στον ομώνυμο ρόλο. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα φωνάζει διαρκώς «Α24».
Παλεύοντας με το παρελθόν του μετά από μια ζωή γεμάτη εγκλήματα και δολοφονίες, ο Ρομπέν των Δασών (Χιου Τζάκμαν) βρίσκεται σοβαρά τραυματισμένος μετά από μια μάχη που πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του. Στα χέρια μιας μυστηριώδους γυναίκας (Τζόντι Κόμερ), του προσφέρεται μια ευκαιρία για σωτηρία.
Στα χαρτιά, το «The Death of Robin Hood» θα μπορούσε να είναι για τον ομώνυμο χαρακτήρα ότι το «Unforgiven» (1992) του Κλιντ Ίστγουντ για τον μέσο γουέστερν ήρωα: μια ζοφερή, αντιηρωική, απομυθοποιητική ματιά, μια ώριμη αποδόμηση της μυθολογίας του. Με τον Χιου Τζάκμαν ιδανικό πρωταγωνιστή και τον Μάικλ Σαρνόσκι του ωραιότατου «Pig» (2021) – αλλά και του ανέμπνευστου «A Quiet Place: Day One» (2024) – στη σκηνοθετική καρέκλα, ένα εκπληκτικό location scouting εμφανές ήδη από τα τρέιλερ και μια ατμόσφαιρα ζόφου και παρακμής ενισχυμένη από τη μουντή, σκοτεινή φωτογραφία, τους χαμηλούς φωτισμούς και την υποβλητική μουσική υπόκρουση, το φιλμ είχε όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο και σημαντικό.
Δυστυχώς, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι ξεπερνά τις δυνατότητες του Σαρνόσκι. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί την πεπατημένη οδό των ταινιών της Α24, με αποτέλεσμα η ταινία του να μη μοιάζει τόσο με Ίστγουντ όσο με Ντέιβιντ Λόουερι – και ειδικά των δύο τελευταίων ταινιών του. Μετά από ένα πρώτο δεκάλεπτο που προϊδεάζει για εντελώς διαφορετική ταινία από εκείνη που πράγματι πρόκειται να παρακολουθήσουμε, καθώς περιέχει δύο αιματηρές σκηνές μάχης σώμα με σώμα, ο Robin Hood τραυματίζεται και όλη η υπόλοιπη ταινία αναλώνεται στη, σωματική και ψυχική, περίθαλψή του. Μόνο που ο Σαρνόσκι, όσο εικονοκλάστης κι αν είναι σε ό,τι αφορά στην αποτύπωση του τοπίου, δεν διαθέτει (ακόμα, τουλάχιστον) ικανότητες δραματουργού ώστε να σηκώσει μια τόσο εσωτερική και λιτή ταινία. Στο «Pig» τα κατάφερε επειδή ήταν τέτοια η φύση της ιστορίας, όμως εδώ δεν αποδεικνύεται εξίσου ικανός.
Η ταινία, από ένα σημείο και μετά, δοκιμάζει τις αντοχές του θεατή με τον αδικαιολόγητα βραδύ ρυθμό της και την επανάληψη των ίδιων και των ίδιων διαλόγων. Δεν υπάρχει καμία πραγματική εξέλιξη στους χαρακτήρες, καμία πραγματική συναισθηματική εμπλοκή του κοινού με το «δράμα» του κεντρικού ήρωα. Ακόμα και το τόσο υποτιμημένο «Robin Hood» (2010) του Ρίντλεϊ Σκοτ ήταν πιο επιτυχημένο στην απόδοση μιας πιο βρώμικης, ζοφερής, ωμά ρεαλιστικής εκδοχής του μύθου για τον λαοφιλή ήρωα, από την ταινία του Σαρνόσκι. Επιπλέον, η τελευταία σπαταλά ταλαντούχους ηθοποιούς όπως η Τζόντι Κόμερ και ο Μπιλ Σκάρσγκααρντ, δίνοντάς τους να ερμηνεύσουν χαρακτήρες που δεν διαθέτουν το παραμικρό βάθος.
Το «The Death of Robin Hood» θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Το θέμα, οι συντελεστές και η αισθητική προσέγγιση μας είχαν προετοιμάσει για κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είδαμε. Δυστυχώς, η τρίτη ταινία του Μάικλ Σαρνόσκι είναι μια ισχνή και αβαρής δημιουργία, η οποία θα ξεχαστεί πιο εύκολα κι από την αμέσως προηγούμενή του. Ενδεχομένως το «Pig» να μας έκανε να υπερεκτιμήσουμε τον σκηνοθέτη του, ο οποίος θα αποδειχθεί one – hit wonder; Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ακόμη, αυτό είναι κάτι που θα φανεί από τα επόμενα βήματά του. Προς το παρόν, αναμένουμε τη διασκευή του βιντεοπαιχνιδιού «Death Stranding» (πάλι σε παραγωγή Α24…), όχι όμως πλέον με την ίδια ανυπομονησία.







