Κωδικός Τεχεράνη
The Fix
Πολεμικό δράμα, κατασκοπικό θρίλερ, heist movie, buddy movie, πολιτικό σχόλιο και ιστορία λύτρωσης, όλα συνωστίζονται σε ένα φιλμ διάρκειας 142 λεπτών, χωρίς όμως να καταφέρνουν να συνθέσουν ένα συνεκτικό σύνολο.
Το «The Fix» του Γκάι Μος είναι μια ταινία που μοιάζει να έχει αποφασίσει να χωρέσει μέσα σε μία και μόνη περιπέτεια πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορεί πραγματικά να διαχειριστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα υπερβολικά φιλόδοξο αλλά τελικά δυσκίνητο action movie, το οποίο σπάνια κατορθώνει να μετατρέψει τις επιμέρους ιδέες του σε πραγματική κινηματογραφική ένταση.
Η βασική ιδέα έχει, θεωρητικά, ενδιαφέρον. Μια ομάδα απογοητευμένων και τραυματισμένων πρώην επιχειρησιακών πρακτόρων, έχοντας κουβαλήσει το βάρος της αποτυχίας της αμερικανικής αποχώρησης από το Αφγανιστάν, επιστρέφει στη δράση για μια παράτολμη επιχείρηση στην Τεχεράνη. Η προσωπική διάσταση των ηρώων θα μπορούσε να προσφέρει ένα ενδιαφέρον υπόβαθρο σε μια περιπέτεια που συνδυάζει την ανάγκη για χρήματα με την ανάγκη για εξιλέωση.
Το πρόβλημα είναι ότι το σενάριο δεν εμπιστεύεται ποτέ πραγματικά αυτή την απλή ιδέα. Αντί να αναπτύξει τους χαρακτήρες και να αφήσει τις αντιφάσεις τους να παράγουν δράμα, συσσωρεύει συνεχώς νέες πληροφορίες, ανατροπές και υποπλοκές. Η αφήγηση γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκη χωρίς να γίνεται αντιστοίχως ενδιαφέρουσα. Οι διάλογοι, μάλιστα, συχνά λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός έκθεσης πληροφοριών παρά ως φυσική επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετές από τις σοβαρές θεματικές που επιχειρεί να αγγίξει η ταινία καταλήγουν να εκφράζονται μέσα από κοινοτοπίες.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η διαχείριση του κεντρικού ήρωα από τον Ζάκαρι Λιβάι. Ο Τάκερ θα έπρεπε να αποτελεί έναν σύνθετο χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που βρίσκεται ανάμεσα στην ενοχή, την απογοήτευση και την ανάγκη να αποδείξει ότι εξακολουθεί να έχει κάποιον σκοπό. Ο Λιβάι, ωστόσο, δεν διαθέτει εδώ το υλικό που θα του επέτρεπε να μετατρέψει αυτή την εσωτερική σύγκρουση σε πειστική δραματική παρουσία. Η ερμηνεία του παραμένει ως επί το πλείστον μονοδιάστατη, ενώ η σκηνοθεσία αδυνατεί να προσδώσει στις προσωπικές στιγμές το βάρος που υποτίθεται ότι έχουν. Ακόμη και ο Λίαμ Νίσον, παρά την αναγνωρίσιμη παρουσία του, μοιάζει εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο πολύ μικρότερο από αυτόν που υπονοεί το όνομά του στην προώθηση της ταινίας.
Και αν ως στρατιωτικό θρίλερ η ταινία πάσχει από υπερβολική διάρκεια και αφηγηματική φλυαρία, ως πολιτικό φιλμ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο αμήχανα. Η απόπειρα να συνδεθεί η αποτυχία στο Αφγανιστάν με μια επιχείρηση στο Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα ενδιαφέρον σχόλιο πάνω στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, στη ματαιότητα των πολεμικών επιχειρήσεων και στην ψυχολογία των ανθρώπων που τις υπηρετούν. Αντί γι’ αυτό, το «The Fix» καταφεύγει συχνά σε μια απλουστευτική, σχεδόν αυτάρεσκη ηρωοποίηση των Αμερικανών πρωταγωνιστών, την ίδια στιγμή που τοποθετεί τους Ιρανούς χαρακτήρες σε ένα σχηματικό σύμπαν καλών και κακών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει ήδη προκαλέσει έντονη κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το γεωπολιτικό της υλικό.
Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένες στιγμές όπου η ταινία θυμάται ότι υποτίθεται πως είναι action thriller. Η παράλληλη εξέλιξη της επιχείρησης διάσωσης με τη ληστεία σε εγκατάσταση των Φρουρών της Επανάστασης διαθέτει ρυθμό και ορισμένες σκηνές δράσης λειτουργούν αποτελεσματικότερα από το υπόλοιπο φιλμ. Όμως ακόμη κι αυτές οι εκλάμψεις δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την υπερβολική διάρκεια. Η ταινία μοιάζει διαρκώς να πλησιάζει σε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να απογειωθεί και στη συνέχεια να αυτοϋπονομεύεται με ακόμη μία υποπλοκή, ακόμη έναν διάλογο ή ακόμη μία προβλέψιμη ανατροπή.
Ο Γκάι Μος είχε δείξει με το «Bunraku» μια διάθεση για έντονο, στιλιζαρισμένο genre σινεμά. Στο «The Fix», όμως, η σκηνοθετική φιλοδοξία δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη κινηματογραφική αποτελεσματικότητα. Το φιλμ δεν είναι ακριβώς άνευ δράσης ούτε εντελώς στερούμενο ιδεών· είναι, πολύ περισσότερο, μια περίπτωση ταινίας που έχει πάρα πολλές ιδέες και ελάχιστη πειθαρχία ως προς το πώς θα τις αξιοποιήσει. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας βαρύς, υπερφορτωμένος και συχνά αμήχανος συνδυασμός στρατιωτικού θρίλερ και περιπέτειας ληστείας, ο οποίος θα είχε πιθανότατα λειτουργήσει καλύτερα αν είχε περιοριστεί δραστικά — τόσο σε διάρκεια όσο και σε φιλοδοξίες.
Το «The Fix» θέλει να είναι ταυτόχρονα σοβαρό πολιτικό σχόλιο και old-school action movie, αλλά τελικά δεν διαθέτει ούτε το βάθος του πρώτου ούτε την αμεσότητα του δεύτερου. Μένει έτσι μια θορυβώδης και υπερβολικά φλύαρη παραγωγή, με λίγες καλές στιγμές που δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις δομικές της αδυναμίες.







