Οι Ζωές των Άλλων

Das Leben der Anderen

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2006
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γερμανία, Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ούλρικ Μούε, Σεμπάστιαν Κοχ, Μαρτίνα Γκέντεκ, Ούλρικ Τουκούρ, Τόμας Τίμε
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Χάγκεν Μπογκντάνσκι
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Στέφαν Μούσα, Γκαμπριέλ Γιαρέντ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 137'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Danaos Films
    Οι Ζωές των Άλλων

Στην ανατολική Γερμανία του 1984, ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της Στάζι καλείται να παρακολουθήσει έναν άμεμπτο συγγραφέα που το καθεστώς θέλει να αποκαλύψει ως «υπερβολικά» άμεμπτο. Όμως ο αξιωματικός γοητεύεται από τον χαρακτήρα και τη ζωή του συγγραφέα και σταδιακά αρχίζει, με κίνδυνο της ζωής του, να τον καλύπτει. Μια από τις «ανέγγιχτες» ταινίες του 21ου αιώνα, το Ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2007 συνιστά πέρα από τη φήμη και τη σωρεία βραβείων μια από τις τελευταίες οικουμενικά αγαπητές «ταινίες κοινού» του σύγχρονου σινεμά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Κι εσύ, σαν καλός κριτικός, έβαλες τριάμισι αστεράκια», θα πει με καλή (…) προαίρεση ο αναγνώστης.

Κι έτσι από την αρχή, θα νόμιζε κανείς, η κριτική στάση μπαίνει στην θέση του απολογούμενου. Δεν θα συμβεί αυτό, δεν είμαστε αντίπαλοι, κι ας επιχειρείται να αισθανθούμε το αντίθετο. Η κριτική στάση δεν είναι ίδια με του θεατή («ευτυχώς, δεν θα ‘χαμε δουλειά», «δυστυχώς, έχετε»), και η άποψη γενικότερα είναι ωφέλιμο να ποικίλλει, αρκεί να τεκμηριώνεται κατά δύναμιν και να μην επιβάλλεται. Η συζήτηση είναι ωραίο πράγμα και δεν έχει άλλο τρόπαιο στο τέλος από το ότι την έκανες, την ευχαριστήθηκες και πήρες και εργασία για το σπίτι. Η διαφωνία με έναν κριτικό, εκτός του ότι μπορεί να είναι συμφωνία με έναν άλλον κριτικό, δεν συνιστά προσβολή του χαρακτήρα κανενός. Αν είναι στοιχειοθετημένη καταγράφει απλώς την διαφορά στάσης δύο ανθρώπων. Κατά την άποψη του γράφοντος λοιπόν εδώ, συνοπτικά μιλώντας, οι καλές ταινίες υποδιαιρούνται στις πολύ καλές και στις αριστουργηματικές. Τις τελευταίες μπορεί να μην τις βλέπουμε και να μην τις αγαπάμε όλοι, ευτυχώς όμως αυτό σημαίνει ότι οι λιγότεροι που τις βλέπουν κατά βάση συμφωνούν περί της αξίας τους. Οι πολύ καλές, όμως, πυκνώνουν τις συζητήσεις περί του τι τις συνιστά, και γιατί ο ένας αποθεώνει και ο άλλος κρατά μια μετριοπαθέστερη στάση. Εκεί με όποιον «δάσκαλο» καθίσει κανείς ανάλογα γράμματα θα μάθει. Ή έστω θα ακούσει.

Ιδίως στην εποχή τους, «Οι Ζωές των Άλλων» ήταν καταδικασμένες να διαιρέσουν λίγο παραπάνω λόγω της πολιτικής χροιάς τους. Οι νοσταλγοί των καθεστώτων του Υπαρκτού Σοσιαλισμού ήταν προδιατεθειμένοι να δουν μεταπολιτευτική εκ των έσω σφοδρή κριτική του καθεστώτος της καρδιάς τους (και να χάσουν το ότι ήρωας της ταινίας είναι ένας αξιωματικός της Στάζι – της διαβόητης Μυστικής Αστυνομίας). Οι λογιών Φιλελεύθεροι υπόλοιποι (εξού και η ταινία λατρεύτηκε στον αγγλόφωνο κριτικό κόσμο) ήταν έτοιμοι να ορμήσουν με τον από άμβωνος αέρα του «σας τα λέγαμε εμείς» και με τον τακτό φιλελεύθερο εμβολιασμό τους να μην κοπούν και ιδιαίτερα για την καλλιτεχνική/αισθητική πλευρά του έργου, ίσως και την ηθική της περιωπή. Οι δεύτεροι ήταν απείρως περισσότεροι από τους πρώτους και η ταινία παρέμεινε οικουμενικά αγαπητή. Αυτομάτως ήσουν (και είσαι) ύποπτος αν την κριτικάρεις. Στο κάτω-κάτω, ο δημολάτρης νους της δημοφιλίας θα σου πει όλο αυτοπεποίθηση: «Μα καλά δεν σου αρέσει το σινεμά;»

Ναι, ο Φλόριαν φον Ντόνερσμαρκ παραλείπει την ορθοφωνία μιας πειθούς. Προτιμά να είναι εύληπτος, παρά πειστικός.

«Οι Ζωές των Άλλων» είναι μια απολαυστική ταινία. Και σε αυτό θα συμφωνούσαμε κάποτε σχεδόν όλοι, ακόμη και αυτοί που δεν την θεωρούν «μεγάλη ταινία». (Κάποτε γιατί σήμερα τρέμεις για την ικανότητα, όχι την δυνατότητα, συγκριτικά πολύ μεγαλύτερου μέρους του κοινού. Άλλη συζήτηση.) Ως τέτοια, όμως, είναι περισσότερο αισθησιακή ταινία, παρά διανοούμενη. Και με ένα θέμα σαν κι αυτό, απαιτείται τουλάχιστον ισορροπία. Κι αυτό διότι αν μια ιστορία θέλει να περιγράψει το ότι η ανθρωπιά καραδοκεί ακόμα και στην καρδιά του ερέβους, χρειάζεται πειθώ, όχι απεύθυνση στο συναίσθημα και δη το συναίσθημα που ο θεατής θέλει (γιατί χρειάζεται) να δει.

Το παραπάνω ξεκινά από τον ρομαντισμό που κινεί το έργο. Σε μια στιγμή, ένας εκπρόσωπος του καθεστώτος λέει στον συγγραφέα ότι οι άνθρωποι αλλάζουν στην μυθοπλασία και την τέχνη, δεν αλλάζουν όμως στην πραγματικότητα. Στην ουσία λέει ότι η Τέχνη προσβλέπει και αναδεικνύει την καλύτερη πλευρά μας προοικονομώντας έτσι για λογαριασμό του φον Ντόνερσμαρκ ότι είναι και αυτό ακριβώς που θέλει να κάνει στην δική του καλλιτεχνική δημιουργία. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η ταινία κάνει κάτι τρομερά φιλόδοξο. Μιλά για τον εαυτό της και σα να μην είναι ταινία, διεκδικώντας μια αλήθεια αφού διαφοροποιείται από «το τι κάνουν τα έργα τέχνης». Όμως, όπως και στην πλατωνική παραβολή του σπηλαίου, είμαστε κι εμείς, οι θεατές που την παρακολουθούμε να εκτυλίσσει τον μηχανισμό της ως προς την ιστορία. Και η αλήθεια είναι ότι στον κόσμο μας ο χαρακτήρας του αξιωματικού δεν υπήρξε (εξ όσων γνωρίζουμε). Και η άλλη «αλήθεια» είναι ότι δραματουργικά δεν στηρίζει την μεταστροφή του κεντρικού χαρακτήρα της επαρκώς. Και ναι, υπάρχει και μια τρίτη αλήθεια, χωρίς εισαγωγικά αυτή. Με κάθε συγχωρετικό οστό στη θέση του, δεν παύεις να είσαι μια ταινία που ζητά να παραγράψουμε το πλήθος των ανθέων του Κακού που έχει καλλωπίσει ο εξαιρετικά επιδέξιος αξιωματικός της Στάζι, επειδή πράγματι εδώ, για λογαριασμό μιας ευγενούς -δεν αμφιβάλλω- μυθοπλασίας μεταμορφώθηκε. Θα πει κάποιος «μα αυτό δεν είναι όμως ακριβώς το νόημα μιας θετικής μυθοπλασίας, που μάλιστα λείπει δραματικά από την εποχή μας;» Είναι. Και αυτός είναι ένας λόγος που δίνει κάμποσα από τα 3½ αστεράκια.

Αλλά.

Ας πάμε πίσω στον αν η δραματουργική στήριξη είναι επαρκής. [Spoilers, αν και σε ταινία 20 χρόνων ίσως είναι αχρείαστο για όποιον έφτασε ως εδώ]. Ο άξεστος Υπουργός Πολιτισμού συνάπτει εξαναγκαστική ερωτική σχέση με την σύντροφο του συγγραφέα, με ανταλλάγματα και «ασφάλεια», σχέση την οποία ο συγγραφέας μαθαίνει μετά από επιδέξια παρέμβαση του αξιωματικού της Στάζι. Ο οποίος εκπλήσσεται όταν βλέπει τον συγγραφέα να της αποδεικνύει την αγάπη του κατανοητικά και δίχως να της δείξει ότι γνωρίζει. Είναι μια θαυμάσια σκηνή. Οι ερμηνείες όλων, ο λεπτός χειρισμός της σκηνοθεσίας, η σεναριακή επιλογή της αγάπης που υπερτερεί. Σας πείθει ότι αρκεί για να αλλάξει τον χαρακτήρα ενός σκληροπυρηνικού ανακριτή/καθηγητή της Στάζι; Τόσο ώστε λίγο μετά να διαβάζει…ποίηση του Μπρεχτ κλεμμένη από το διαμέρισμα;

Αργότερα, φιλμικά όμως άμεσα, υπάρχει μια ακόμα σκηνή, την οποία επειδή αγαπώ την ταινία θεωρώ ότι το δράμα χρησιμοποιεί προσθετικά στην προηγούμενη. Ένας στενός φίλος του συγγραφέα αυτοκτονεί, εξαιτίας κυρίως της μαύρης λίστας στην οποία έχει τοποθετηθεί από το Καθεστώς, κι έχει προφανώς αυτό ανάψει το φιτίλι της απαισιοδοξίας του. Ο συγγραφέας μένει ενεός φυσικά. Και το πρώτο που κάνει είναι να καθίσει στο πιάνο και να αρχίσει να παίζει την Σονάτα για Έναν Καλό Άνθρωπο, που του είχε χαρίσει πρωτύτερα ο αυτόχειρας, ενώ αναφέρει μια ρήση του Λένιν περί της Απασιονάτας του Μπετόβεν. Αυτά είναι τα σημεία καμπής του αξιωματικού της Στάζι. Σε λιγότερα από 10 λεπτά ταινίας.

Ναι, ο Φλόριαν φον Ντόνερσμαρκ παραλείπει την ορθοφωνία μιας πειθούς. Προτιμά να είναι εύληπτος, παρά πειστικός. Και από εκεί και μετά η ταινία πέφτει ένα επίπεδο διότι γίνεται ένα (πιο) κοινότοπο θρίλερ ικανοποίησης της επιθυμίας μας για νίκη του Καλού, παρά μια πολυσχιδής ταινία χαρακτήρων που ήταν ως τότε.

Η ιστορική πια ερμηνεία του Ούλρικ Μούε που συνέλαβε μεμιάς την μέγιστη αντίφαση της αυτοπεποίθησης της επιβολής και του τρόμου της ζωής που ξεγλιστρά

Αν μπεις στην παραπάνω λογική, μια μικρή χιονοστιβάδα σχηματίζεται: Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος του διανοητικού διαμετρήματος του συγγραφέα να είναι τόσο αφελώς συναισθηματικά πιστός στο καθεστώς του Χόνεκερ και της Μόσχας; Είναι δυνατόν να μην έχει καταλάβει την θέση (αν όχι και την φύση) του τόσο στενού του φίλου που αυτοκτονεί; Όχι, λογικά δεν είναι δυνατόν. Στην δραματουργία του έργου, όμως, θέλουμε τον ήρωα-καλλιτέχνη καλόπιστο αντί διεισδυτικό, ρομαντικό αντί ορθολογιστή, ματαιόδοξα αεράτο αντί σκυθρωπά προβληματισμένο (ιδεώδης ο Σεμπάστιαν Κοχ, παρεμπιπτόντως).

Βέβαια, για να κωπηλατήσουμε ξεκούραστα και στην φορά του ρεύματος, αν συντονιστείς με το ότι βλέπεις «ταινία κοινού», ταινία δηλαδή που θέλει να ρέει δίνοντας εν τέλει το συναίσθημα που χρειάζεσαι (γιατί είσαι καλός άνθρωπος και τουλάχιστον στα έργα δικαιούμαστε να ξαναγράφουμε την Ιστορία δίκαια – γιατί άλλωστε αγαπάμε τόσο το «Κάποτε στο…Χόλιγουντ»), τότε βλέπεις μια εύφορη ταινία με διάταξη, με ευφυία κατασκευής (η πλατωνική παραβολή που προαναφέρθηκε περνά και στο στόρι του συγγραφέα, που παρακολουθείται εν αγνοία του από τον αξιωματικό, που παρακολουθείται εν αγνοία του από εμάς), με ευρήματα που συγκινούν παντοιοτρόπως, με δίπολα Εξουσίας-Τέχνης, με την ίδια την μετάφραση του τίτλου πάνω στην μη ζωή της Εξουσίας που τρέφεται έμμεσα κι εξ επαγωγής από την πραγματική ζωή που, τόσο ειρωνικά, θέλει να εγκλωβίσει.

Ακόμα συγκινητικότερα, έχεις αυτή την ιστορική πια ερμηνεία του Ούλρικ Μούε, που στο αμύθητης σημασίας βλέμμα του, το σχεδόν υπεράνθρωπο, συνέλαβε μεμιάς την μέγιστη αντίφαση της αυτοπεποίθησης της επιβολής και του τρόμου της ζωής που ξεγλιστρά. Όταν συμβαίνει η θραύση, και η ζωή στάθηκε σκληρή στην δραματουργία και απερίγραπτη στην πραγματική ζωή (τέτοιες ιστορίες ανεβάζουν ένα έργο στον θρύλο), παρατηρείς την κίνηση, την παθολογική αυτοσυγκράτηση, τα συντετριμμένα μάτια και, έστω προς στιγμήν, ξεχνάς όλες τις ενστάσεις ξεσπώντας λυγμικά για λογαριασμό όλων. Κι ευγνωμονείς το σινεμά στη ζωή μας.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Ζωές των Άλλων
  • Οι Ζωές των Άλλων