The Match
El Partido
Αν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας έχει το φορτίο να σταθεί σαν αντικείμενο μιας ταινίας τεκμηρίωσης, αυτός δικαιωματικά είναι ο προημιτελικός του Μουντιάλ του 1986 ανάμεσα στην Αργεντινή και την Αγγλία. Ο αγώνας που ενθρόνισε τον Μαραντόνα στην συλλογική μνήμη, ο αγώνας που άντεξε το φορτίο μιας πολεμικής σύρραξης. Εν τέλει, ο αγώνας που ανθοφορεί σε ποικίλες αναγνώσεις και στοιχειώνει παντοτινά κομμάτια της ζωής μας. «The Match», λοιπόν.
Από τις 2 Απριλίου έως τις 14 Ιουνίου του 1982, ο Λεοπόλντο Γκαλτιέρι, de facto δικτάτορας της τότε Αργεντινής, και η Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, αποφάσισαν ότι έπρεπε να στείλουν ανθρώπους να πολεμήσουν για τα Νησιά Φώκλαντς, ή -για τους ισπανόφωνους- τις Μαλβίνες Νήσους, μια περιοχή που οι Άγγλοι θεωρούσαν προτεκτοράτο τους πρακτικά από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν και αποίκισαν τα ως τότε ακατοίκητα νησιά. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα οι Νήσοι ήταν αντικείμενο ποικίλης διαμάχης των Άγγλων με τους Αργεντίνους. Τον Απρίλιο του ’82 ο Γκαλτιέρι αποφάσισε να εισβάλει και να τα πάρει πίσω και η Θάτσερ ακολούθως έστειλε δυνάμεις που μέσα σε περίπου 10 εβδομάδες, όχι αναίμακτα βέβαια, επανεγκατέστησαν την βρετανική κυριαρχία που διαρκεί ως τις μέρες μας.
Ο προημιτελικός Αγγλία-Αργεντινή θα λάμβανε χώρα στις 22 Ιουνίου του 1986, σχεδόν ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά την λήξη του πολέμου. Είκοσι χρόνια πριν, μεσούντων αλλεπάλληλων κρίσεων για τις Νήσους, οι δύο ομάδες είχαν ξαναβρεθεί στο Μουντιάλ του 1966, σε ένα ματς κλασικό στην ιστορία του ποδοσφαίρου, για διπλό λόγο: Το βάρβαρο ξύλο των Αργεντίνων προς τους Άγγλους οδήγησε τον προπονητή των δεύτερων, Αλφ Ράμσεϊ, να απαγορεύσει στους ποδοσφαιριστές του να αλλάξουν φανέλες με τους αντιπάλους λέγοντας το έκτοτε γλαφυρό «δεν ανταλλάσσουμε φανέλες με ζώα» και το ότι το ματς συνέβαλε στην εισαγωγή του κανονισμού της κίτρινης/κόκκινης κάρτας. Και μια λεπτομέρεια: Όταν δια αποφάσεως του διαιτητή, τον οποίον οι Αργεντίνοι θεωρούσαν υποχείριο των Άγγλων, αποπέμφθηκε ο αρχηγός της Αργεντινής, ο τελευταίος βγαίνοντας έπιασε το σημαιάκι του κόρνερ που απεικόνιζε την Βρετανική Σημαία και έκανε «κάτι» που Το The Match ίσως έχει τις αδυναμίες του, αλλά είναι ο ύμνος που αναλογεί στην θυμική μεταποίηση της απλής εμπειρίας σε λόγο να ζεις.δεν το πήραν και πολύ καλά οι Άγγλοι.
Το «The Match» ίσως έχει τις αδυναμίες του, αλλά είναι ο ύμνος που αναλογεί στην θυμική μεταποίηση της απλής εμπειρίας σε λόγο να ζεις
Με άλλα λόγια, στις 22 Ιουνίου του 1986 η ατμόσφαιρα ήταν πολύ κοντά σε αυτό που εννούμε φορτισμένη.
Στο πρώτο ημίχρονο δεν συνέβη σχεδόν τίποτα. Οι δύο ομάδες πήγαν στις κουίντες τους χωρίς σκορ, χωρίς φάσεις, χωρίς υποσχέσεις. Αυτό που θα ακολουθούσε στο δεύτερο μέρος είναι ο λόγος που βλέπουμε πάντοτε ποδόσφαιρο, ακόμα κι αν σήμερα είναι φαντασιακά υπολειπόμενο και καλλιτεχνικά υποδεέστερο. Ήταν ο αγώνας που ήξερες αυτοστιγμεί ότι συνεπάγεται Ιστορία. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, οι αποδείξεις που συνεισφέρει η γενιά που είδε εκείνο το ματς σε ζωντανή μετάδοση δεν έπαψαν να εισρέουν. Ρωτήστε και τον Πάολο Σορεντίνο. Ποτέ κανείς από εκείνους που είδαμε τότε εκείνη την αναμέτρηση δεν ξέχασε ότι στο ποδόσφαιρο όλα μπορούν να συμβούν. Ακόμα κι ότι ένας «κοσμικός χαρταετός» κάποτε θα περνούσε μπροστά από τα εμβρόντητα μάτια μας.
Το ντοκιμαντέρ των Χουάν Καμπράλ και Σαντιάγκο Φράνκο έχει μόνο δύο μειονεκτήματα. Του λείπει η αξέχαστη μουσική επένδυση –ιδίως σε ότι αφορά αργεντίνικα ακούσματα εποχής– και δεν έχει μια πιο εστέτ σύλληψη γύρω από την οποία να σκηνοθετείται. Δεκτόν, δεν είναι εφικτό να είναι όλα τα ντοκιμαντέρ Zidane, A 21st Century Portrait, αλλά μια ευτυχής «σύλληψη» θα απογείωνε το υλικό.
Ωστόσο, αυτό που έχουμε στα χέρια μας είναι και πάλι, με τον τρόπο του, ένα μνημείο. Έχει πρωταγωνιστές της εποχής (ο Λίνεκερ για παράδειγμα είναι εξαιρετική, εκφραστική παρουσία), δομείται σαν ένα καλοφτιαγμένο φιλμ επικαίρων που αφιερώνει ειδικά κεφάλαια στην Μπάλα, στον Πόλεμο, στην Ιστορία και βέβαια τελικά στον Αγώνα, κινηματογραφεί με δέος τους τότε ήρωες του ταρτάν και αυτό σε κάποιες στιγμές (βλέπε Βαλντάνο) φορτίζει πολύ συγκινησιακά, και μετά αριθμεί στιγμές. Εκ των οποίων τα δύο γκολ του Μαραντόνα αναλαμβάνονται (αντι-πολιτικά και οπιούχα – σαφώς το ποδόσφαιρο είναι το όπιο των μαζών) στους συμβολικούς ουρανούς, είτε σαν δρεπάνια που αποκεφαλίζουν ιμπεριαλιστικές ελπίδες, είτε σαν μετατοπισμένες ιστορικές εκδικήσεις για εγγλέζικα γκολ που δεν πέρασαν ποτέ τη γραμμή, είτε σαν μνημειώδεις επιστροφές φαντασμάτων που έμαθαν το ποδόσφαιρο καλύτερα από τους δασκάλους τους (οι Άγγλοι ταξίδεψαν το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή) αλλά και, ακόμα πιο πολύ, αν επιμένει τουλάχιστον κανείς να τα βλέπει έτσι, σαν...θεϊκές αποδείξεις ότι ο ευφυής κλέφτης είναι κάποτε και ο ταλαντούχος νοικοκύρης, ότι την λαϊκή δόξα και το αχανές ανθρώπινο θυμικό θα τα κερδίζει πάντοτε η αυτοσχέδια φαντασία κι όχι ο ρομποτικός ορθολογισμός.
Αλλά και όλα αυτά να είναι φιλολογίες πάνω στις μεγάλες μας αγάπες, τι τα θες... Το ότι ένα γκολ έγινε συνώνυμο της φαντασίας, της έμπνευσης, του αγώνα του ενός απέναντι στους πάντες, το ότι έκανε τον σπορτκάστερ Βίκτορ Χιούγκο Μοράλες, μέσα σε καθαρή ισπανόφωνη έκσταση, να εκφωνήσει το θεσπέσιο Barrilete cósmico (κοσμικός χαρταετός) για έναν μπαλαδόρο-δώρο, για έναν κοντοπίθαρο που μεταμόρφωσε ένα παιχνίδι τρεχαλατζήδων σε υψηλή έκφραση, το ότι η όψη μιας ανθρώπινης αθλητικής προσπάθειας κατέστη μια ποίηση πραγματική που ως σήμερα μπορεί να σε αναλύει σε λυγμούς διόλου θλίψης ή νοσταλγίας μα ατόφιας παιδικής χαράς, μάλλον τελικά αρκεί. Το The Match ίσως έχει τις αδυναμίες του, αλλά είναι ο ύμνος που αναλογεί στην θυμική μεταποίηση της απλής εμπειρίας σε λόγο να ζεις.







