Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή; Μέρος Πρώτο
Ti Psyhi Tha Paradoseis Mori? - Part One
Αναβίωση της πρόωρα κομμένης τηλεοπτικής σειράς που, προ 20ετίας και βάλε, άφησε ερωτηματικά στο πιστό κοινό που την παρακολουθούσε. Δεν πρόκειται για κινηματογράφο αλλά για τηλεόραση στη μεγάλη οθόνη, για θέαμα χείριστης αισθητικής που ξεχειλώνει αβάσταχτα την αρχικά ενδιαφέρουσα ιδέα του.
Τέσσερις γυναίκες – η Αλέκα (Βασιλική Ανδρίτσου), η Πόπη (Λένα Ουζουνίδου), η Φωτεινή (Μαρία Λεκάκη) και η Ντοντό (Παναγιώτα Βλαντή) – που μοιράζονται ένα τραυματικό παιδικό παρελθόν, ξανασυναντιούνται ύστερα από χρόνια για να κλείσουν έναν κύκλο που έχει μείνει ανοιχτός. Όταν ήταν μικρές κακοποιήθηκαν από τον Γεράσιμο Μαντά (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), διευθυντή του ορφανοτροφείου όπου μεγάλωσαν. Τώρα, ενήλικες πια, αποφασίζουν να τηρήσουν την υπόσχεση που είχαν δώσει: να πάρουν την εκδίκησή τους. Όμως τίποτα δεν πάει όπως το είχαν σχεδιάσει. Το οργανωμένο σχέδιο που είχαν στο μυαλό τους πάει κατά διαόλου.
Η τηλεοπτική σειρά του Αλέξανδρου Ρήγα «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή;», που ξεκίνησε να προβάλλεται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αλλά κόπηκε μετά από μόλις έξι επεισόδια λόγω επεισοδιακού παρασκηνίου, επιχειρούσε κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της ελληνικής τηλεόρασης: να πραγματευθεί ένα πολύ σοβαρό θέμα (την παιδική, και όχι μόνο, κακοποίηση) μέσα από το είδος της κωμωδίας. Δυστυχώς, η ενδιαφέρουσα αυτή απόπειρα σκόνταψε στις παθογένειες της ελληνικής τηλεόρασης και κατέληξε απλά μία ακόμη σάχλα με χαρακτήρες που φωνάζουν διαρκώς και ξεστομίζουν αμφιβόλου γούστου καλαμπούρια. Ωστόσο, αφενός τα ερωτηματικά που άφησε η απότομη κατακλείδα της σειράς, αφετέρου η νοσταλγία μιας γενιάς που μεγάλωσε βλέποντας και ξαναβλέποντάς τη στο YouTube, είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μία, αλλά δύο ταινίες, που, σύμφωνα με τους συντελεστές, θα ολοκληρώσουν την ιστορία.
Όλα τα προβλήματα ξεκινούν από το γεγονός ότι δεν μιλάμε για σινεμά, αλλά για τηλεόραση μεταφερμένη στο σινεμά. Αρχής γενομένης από τη σκηνοθεσία, όπου καθίσταται φανερό ότι ο Αλέξανδρος Ρήγας δεν ξέρει να σκηνοθετεί σινεμά. Το ντεκουπάζ, η επιλογή των γωνιών, οι φακοί, το μοντάζ προδίδουν τηλεοπτικό υπόβαθρο και θα δυσκολέψουν τους θεατές που έχουν στοιχειώδεις αισθητικές απαιτήσεις από τα κινηματογραφικά τους θεάματα. Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι απαράδεκτη, βασιζόμενη σε άθλια φίλτρα ώστε να διαχωρίσει σκηνές παρελθόντος και παρόντος.
Ανάλογα προβλήματα υπάρχουν και στο σενάριο. Ξεχάστε ό,τι γνωρίζετε για τη δραματουργική δομή, με τις τρεις πράξεις, τα arc των χαρακτήρων, τις κλιμακώσεις, τη σχέση αιτίου – αιτιατού ανάμεσα στις σκηνές, τις σεκάνς και τις πράξεις. Όχι ότι ο Ρήγας αποπειράται να ανανεώσει την κινηματογραφική δραματουργία. Απλούστατα, γράφει για το σινεμά με τηλεοπτική λογική, συμπυκνώνοντας τη δράση των έξι επεισοδίων που είδαμε τότε στη συσκευασία μιας δίωρης ταινίας. Οι απόπειρες δολοφονίας του Μαντά, που θα μπορούσαν να αποτελούν ξεκαρδιστικά set-pieces δράσης αν τα είχε φέρει σε πέρας κάποιος που γνώριζε πώς να το κάνει, ΄μοιάζουν ασύνδετα, προχειρογραμμένα και άσχημα στο μάτι.
Τέλος, οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών προσομοιάζουν στην υστερία της τηλεοπτικής ερμηνείας. Οι πρωταγωνίστριες, με την εξαίρεση της ανεκτής Μαρίας Λεκάκη, δεν καταφέρνουν να μας κάνουν να συναισθανθούμε τα βάσανα των χαρακτήρων τους, ενώ ορισμένες αισθητικά συζητήσιμες επιλογές του Ρήγα, όπως οι κακογυρισμένες ερωτικές σκηνές, οι άθλιοι διάλογοι και τα βλακώδη αστεία, δε βοηθάνε τους ηθοποιούς να προσδώσουν βάθος στους χαρακτήρες. Η προοπτική μιας δεύτερης ταινίας φαντάζει εφιαλτική, τουλάχιστον, όμως, το κοινό που διψάει για απαντήσεις θα τις πάρει. Ελπίζουμε ειλικρινά οι λάτρεις της σειράς να μην απογοητευθούν για δεύτερη φορά. Έτσι κι αλλιώς, για όλους τους υπόλοιπους η ταινία, όπως κι η σειρά, δεν είναι τίποτα παραπάνω από white noise για να συνοδεύει τις δουλειές του σπιτιού.







