Σε μια Άγνωστη Χώρα

To A Land Unknown

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2024
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Ολλανδία, Παλαιστίνη, Γαλλία, Γερμανία, Κατάρ, Σαουδική Αραβία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μαχντί Φλάιφελ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Φιζάλ Μπουλιφά, Μαχντί Φλάιφελ, Τζέισον ΜακΚόλγκαν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μαχμούντι Μπάκρι, Αράμ Σαμπά, Αγγελική Παπούλια
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Θόδωρος Μιχόπουλος
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ναντάχ Ελ Σαζλί
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Filmtrade
    Σε μια Άγνωστη Χώρα

Στη σημερινή Αθήνα, δύο ξαδέλφια Παλαιστίνιοι προσπαθούν να φύγουν για την Γερμανία μεταχειριζόμενοι κάθε μέσο που μπορεί να τους φέρει η συγκυρία. Ο Δανο-Παλαιστίνιος Μαχντί Φλάιφελ παραδίδει την δεύτερη ταινία του στο μεγάλο μήκος, πρώτη αμιγώς μυθοπλαστική, γυρισμένη εξ ολοκλήρου και σε χρόνο ρεκόρ στο κέντρο της πρωτεύουσας. Η βιασύνη φαίνεται, όπως και οι αρετές.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Πρόσφυγας δεν γίνεται κανείς για την πλάκα του. Κανείς δεν θέλει να αφήσει μια ευτυχία για να ζήσει σε τρώγλες ή στον δρόμο μακριά από την πατρίδα του ανάμεσα σε λογής (εχθρικούς) αγνώστους. Λογαριάζω το παραπάνω ως απόφθεγμα κοινής λογικής, όντας ταυτόχρονα σίγουρος ότι θα υπάρξουν διαφωνούντες που θα το θεωρήσουν ως αφελές, αν όχι αδαές. Ανάμεσά τους θα υπάρχουν και κάποιοι που θα μιλήσουν πιο συμπονετικά: Κατανοώ το ανθρώπινο δράμα, θα πουν, ωστόσο πρέπει να λογαριάσω και την επίδραση ενός «νεόδμητου» λούμπεν στον κοινωνικό ιστό της χώρας μου κι ενός τρόπου ζωής που θεωρητικά αντιπροσωπεύει. Είναι βέβαια μια μεγάλη κουβέντα, που με καλόπιστους πάντοτε εκκρεμεί. Ωστόσο ας βάλω μια άνω τελεία λέγοντας ότι ο κόσμος θα ήταν ένα πολύ καλύτερο μέρος αν ο πλούτος δεν ήταν προνόμιο ελάχιστων και η ανυπέρβλητη φτώχεια μαστίγιο αυξανόμενα πολλών.

Δράττομαι της ευκαιρίας από αυτό το τελευταίο, καθώς θα υπάρξει μια θεμιτή, «αστική» αντίδραση από μέρους ενός κοινού στο ότι στην ταινία καλούμαστε να σταθούμε με το μέρος παραβατικών στοιχείων που σταδιακά μάλιστα περνούν και οι ίδιοι από την μικροκλοπή, την μικροαπάτη και την διακίνηση, στο ανθρώπινο trafficking και την άγρια βία προς συνανθρώπους. (Η μετάβαση αυτή είναι κι ένα ειρωνικό μοτίβο της ταινίας, αφού ουσιώδης κίνηση των αντι-ηρώων δεν συμβαίνει ποτέ.) Αφ’ ενός δεν (μου) είναι δέον να κρίνει κανείς καταστάσεις που δεν καταλαβαίνει (ο άνθρωπος για την επιβίωσή του, άλλωστε, θυμάται αμέσως ότι είναι ζώο – και δεν θα έλεγες ότι η κοινωνία τείνει προς τον πολιτισμό όταν βλέπεις αυτά που βλέπεις γύρω σου), αφ’ ετέρου δεν είναι κακό να αναλογιζόμαστε πώς συμπεριφέρονται θεσμοί και κυβερνήσεις προς τους αδύναμους προτού ψέξουμε τους ίδιους τους αδύναμους για απανθρωπιά.

Όλα αυτά για μια ταινία που πάει να παίξει σε κινηματογραφικά επικίνδυνα γήπεδα κλασικού αντι-ηρωισμού (δεν συμφέρει να παραπέμπεις σε Κλέφτες Ποδηλάτων και Καουμπόιδες των Μεσονυχτίων, χωρίς ανάλογα καλλιτεχνικά μπαγκάζια και με γύρισμα καμικάζι), δίχως ιδιαίτερη μέριμνα κινηματογραφικής γοητείας, τουλάχιστον κατά τον υπογράφοντα. Τα πλάνα είναι «κοντά», το φόντο σχεδόν διαρκώς απόν, ο ήχος στεγνά ρεαλιστικός αλλά όχι ατμοσφαιρικά πυκνός, το εικαστικό/κατασκευαστικό όραμα λείπει παντελώς ή κοινολογεί. Είναι συχνό το ατόπημα: Ταινίες καβάλα στο άλογο της κοινωνικής ευαισθησίας και του ουμανισμού τους που ποντάρουν στην ιδεολογική κι ενσυναισθητική  συμφωνία της κριτικής, παρά στην καλλιτεχνική αξία. Υπάρχουν και κοινές βιασύνες, όπως ας πούμε κάπου στην αρχή ένα concept μονοπλάνο που χωρίς κανένα δραματικό λόγο κόβεται αστραπιαία για να γίνει ένα jump cut (σε μια ταινία που δεν έχει τέτοια). Ακόμα όμως και η αίσθηση του δράματος δεν δίνει τον τρόμο ενός κλοιού που σφίγγει ολοένα, όπως πρέπει να συμβαίνει στο αφηγηματικό σινεμά. Το δράμα βρίσκεται «εκεί» εξαρχής, οι κινήσεις μοιάζουν να αυτοσχεδιάζονται παρατακτικά, ούτως ώστε κάποια στιγμή να φτάσουμε στο απροειδοποίητο (αλλά σαφώς προσχεδιασμένο) φινάλε που αποτελεί και το πιο εύληπτο homage στην προαναφερθείσα ταινία του Σλέσιντζερ.

Η μεταμόρφωση χωρών σε νεκρή ζώνη ανθρώπων τούς οδηγεί εκεί που αναγράφει και το ποίημα του Μαχμούντ Νταργουίς που ακούγεται και στο έργο, σε μια σκηνή που η ανατριχίλα γίνεται διαπεραστική και το αδιέξοδο σε γεμίζει πηχτό σκοτάδι

Ωστόσο, παρότι η ταινία δεν είναι δυνατόν να ανταμείβεται «αστρολογικά» όπως βλέπουμε στους αστροαριθμοσυλλέκτες (sic) του εξωτερικού (κακό πράγμα να στέλνεις αναπληρωματικούς που βλέπουν ολούθε αριστουργήματα στα φεστιβάλ), έχει και τα δυνατά χαρτιά της. Ο πολυπόθητος ρυθμός είναι το κύριο αυτών, καθώς δεν χασομεράει ποτέ και αριθμεί με σοφία το περιεχόμενο κάθε σκηνής και την διάρκεια που της αναλογεί σε σχέση με το υπόλοιπο έργο. Στην γραμμή αυτή πατά και η σκηνοθεσία των (κυρίως) ερασιτεχνών ηθοποιών, οι οποίοι είναι όλοι συντονισμένοι και «αυθεντικοί» – με την Αγγελική Παπούλια, συστηματικά εξαιρετική, να παρασημοφορεί έναν ρόλο σαν έκπτωτη αλκοολική αριστοκράτισσα (σαν μια ξεχασμένη Ορντάνς, ίσως;) και να διακρίνεται εκ νέου. Πρώτος όλων όμως, πρέπει να τεθεί ο Αράμ Σαμπά, στον ρόλο του Ρέντα, ενός ναρκομανούς που πουλιέται στο Πεδίο του Άρεως, ενός ευγενούς αντιήρωα που δεν χάνει ποτέ την ηθική του πυξίδα (ευφυές εκ μέρους του σεναρίου) και, δραματουργικά προβλεπόμενα, αυτοεξαφανίζεται.

Αξίζει την θέαση, ασφαλώς, αν μη τι άλλο για να γυμνάσει έναν πληθυσμό στο τι εστί άεργη προσφυγιά μητροπόλεων στον θαυμαστό καινούριο κόσμο μας, τι θα πει να βομβαρδίζεις χώρες και να μην βρίσκεις χώρο πουθενά για όσους γλίτωσαν. Η μεταμόρφωση χωρών, όπως η Ελλάδα, σε νεκρή ζώνη ανθρώπων, τούς οδηγεί εκεί που αναγράφει και το ποίημα του Μαχμούντ Νταργουίς που ακούγεται και στο έργο, σε μια σκηνή που η ανατριχίλα γίνεται διαπεραστική και το αδιέξοδο σε γεμίζει πηχτό σκοτάδι.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Σε μια Άγνωστη Χώρα
  • Σε μια Άγνωστη Χώρα