Tuner
Tuner
Δραματικό θρίλερ με σχετικά καλό σενάριο (όχι χωρίς τις αδυναμίες του) και εξαιρετικό καστ (Χόφμαν σπουδαίος, Γούντολ αντάξιος δίπλα του), που προδίδεται από την τηλεοπτικής αισθητικής σκηνοθεσία και την αδυναμία του δημιουργού του να ελέγξει τον τόνο του έργου αποτελεσματικά.
Ο Νίκι (Λίο Γούντολ) είναι ένας χαρισματικός νεαρός χορδιστής πιάνων. Με την άλλοτε πολλά υποσχόμενη μουσική του καριέρα να έχει τελειώσει, εργάζεται σε όλη τη Νέα Υόρκη μαζί με τον μέντορά του, Χάρι Χόροβιτς (Ντάστιν Χόφμαν), και συναντά μια σειρά από ανθρώπους, ανάμεσά τους τη φοιτήτρια μουσικής σύνθεσης Ρούθι (Χαβάνα Ρόουζ Λιου), με την οποία αναπτύσσει μια απρόσμενη σχέση. Η εξαιρετικά ανεπτυγμένη αίσθηση της ακοής του Νίκι τραβά την προσοχή εγκληματιών, που βλέπουν το ταλέντο του χρήσιμο τόσο για το άνοιγμα χρηματοκιβωτίων όσο και για το κούρδισμα πιάνων Steinway. Όμως η δουλειά του Νίκι στο άνοιγμα χρηματοκιβωτίων απειλεί το ειδύλλιό του με τη Ρούθι και τον παρασύρει σε ολοένα και πιο επικίνδυνα μονοπάτια.
Το «Tuner» είναι πρώτα και κύρια ταινία σεναρίου, αφού επιχειρεί να καθηλώσει τον θεατή αρχικά με την πλοκή, τις ανατροπές και τις γρήγορες εναλλαγές της. Σε αυτό τα καταφέρνει αρκετά καλά, μολονότι σεναριακές τρύπες υπάρχουν και δεν είναι λίγες. Επειδή, όμως, είμαστε από τους θεατές που κάνουμε εύκολα το λεγόμενο «suspension of disbelief» (αναστολή της δυσπιστίας στα ελληνικά) και δεν μας απασχολεί η αληθοφάνεια μιας ιστορίας όταν οι χαρακτήρες και οι περιπέτειές τους μας τραβούν το ενδιαφέρον, όπως συμβαίνει εδώ, μπορούμε εύκολα να συγχωρήσουμε στο φιλμ την όποια έλλειψη πειστικότητας σε ορισμένες αφηγηματικές επιλογές. Ειδικά από τη στιγμή που το σενάριο περιλαμβάνει ως υποπλοκή μια ερωτική ιστορία που μας ελκύει περισσότερο κι από την κυρίως αστυνομική ίντριγκα.
Ύστερα, το «Tuner» είναι ταινία ηθοποιών. Πρωταγωνιστής είναι βέβαια ο Λίο Γούντολ, ένας σταθερά ανερχόμενος ηθοποιός που προσθέτει στο βιογραφικό του ακόμα μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Εδώ καλείται να σηκώσει την ταινία και το κάνει υποδειγματικά. Αποδίδει σωματικά τις ευάλωτες πλευρές του χαρακτήρα του, αλλά και το προσωπείο σκληρότητας που προσπαθεί να δείχνει στους άλλους. Αυτός, όμως, που, αναμενόμενα, κλέβει την παράσταση είναι ο Ντάστιν Χόφμαν, ο οποίος, σε υποστηρικτικό ρόλο, είναι πραγματικά θαυμάσιος και μας υπενθυμίζει γιατί θεωρείται, δίκαια, ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς στην ιστορία του κινηματογράφου. Τέλος, η Χαβάνα Ρόουζ Λιου είναι το συναισθηματικό αντίβαρο της ταινίας, ενώ ο Ζαν Ρενό («Leon: The Professional») κάνει μια σύντομη, καλοδεχούμενη εμφάνιση.
Εκεί που, δυστυχώς, προδίδεται το «Tuner» είναι στον σκηνοθέτη του, με τον έμπειρο στα ντοκιμαντέρ αλλά πρωτοεμφανιζόμενο στη μυθοπλασία Ντάνιελ Ρόερ («Navalny») να αδυνατεί να ελέγξει τον τόνο που επιθυμεί να έχει η ταινία του. Για μεγάλο διάστημα μέσα στην ταινία, αδυνατούμε να καταλάβουμε την κατεύθυνση που θα πάρει αυτή, κι όταν τελικά μπαίνουμε στην κυρίως υπόθεση, αυτή μοιάζει να προκύπτει λίγο βεβιασμένα κι απότομα. Σε συνδυασμό με την κάπως flat διεύθυνση φωτογραφίας που κάνει την ταινία να μοιάζει οπτικά περισσότερο ταιριαστή για κάποια πλατφόρμα παρά για τη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου, το «Tuner» είναι μια ταινία που οπωσδήποτε θα ευτυχούσε περισσότερο στα χέρια ενός άλλου, εμπειρότερου στη μυθοπλασία δημιουργού.
Παρ’ όλα αυτά, και μόνο για το εξαιρετικό καστ, αξίζει κανείς να δώσει μια ευκαιρία στο φιλμ του Ντάνιελ Ρόερ. Δεν είναι κάτι σπουδαίο, δεν πρωτοτυπεί, δεν είναι μια ταινία που θα μνημονεύουμε για καιρό. Διαθέτει, όμως, αρετές, που αξίζει να εκτιμηθούν, και βέβαια έναν Ντάστιν Χόφμαν που γιατί να μην απολαύσουμε με κάθε αφορμή που μας δίνεται; Στα 88 του, ο Αμερικανός ηθοποιός αποτελεί ακόμη τον καλύτερο λόγο να παρακολουθήσει κανείς οποιαδήποτε ταινία τον περιλαμβάνει. Χωρίς αυτόν, το «Tuner» θα είχε στερηθεί τις καλύτερες στιγμές του, και σίγουρα θα ήταν μια σημαντικά κατώτερη ταινία.







