Δύο Εισαγγελείς
Two Prosecutors
Ένας από τους πιο αναγνωρισμένους σύγχρονους Ευρωπαίους δημιουργούς επιστρέφει στη μυθοπλασία για να ζωντανέψει έναν καφκικό εφιάλτη από τα χρόνια της Μεγάλης Εκκαθάρισης.
Έχοντας περάσει στη συλλογική συνείδηση των υποψιασμένων σινεφίλ ως ένας από τους σημαντικότερους ντοκιμαντερίστες της εποχής μας, ο Σεργκέι Λοζνίτσα επιστρέφει στη μυθοπλασία διασκευάζοντας ένα άγνωστο μυθιστόρημα του Γκιόργκι Ντεμίντοφ. Οι «Δύο Εισαγγελείς» φαίνεται να γράφτηκαν ως αντίδραση στην άδικη φυλάκιση του συγγραφέα τους, το έργο του οποίου μαθαίνουμε αποτελείται κυρίως από σταχυολογήματα απ' τη ζωή στα γκουλάγκ, έχοντας στο μεγαλύτερο μέρος του αίσθηση απομνημονεύματος. Η συγκεκριμένη ιστορία ωστόσο, αν και εκκινεί με την ανακάλυψη ενός φυλακισμένου, ακολουθεί ένα από τα εκτελεστικά όργανα του σταλινικού καθεστώτος σε μια καφκική περιπέτεια απέναντι στο σύστημα που ορκίστηκε να υπηρετεί.
Στα χρόνια της «Μεγάλης Εκκαθάρισης» ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με αίμα, διαφεύγει της πυράς των φυλακών και ως εκ θαύματος φτάνει στα χέρια του νεαρού εισαγγελέα Κορνιέφ. Πρόκειται για ένα γράμμα που όπως χιλιάδες άλλα απευθύνεται στον ίδιο το Στάλιν και αναφέρεται στη συκοφαντία ενός μπολσεβίκου ως εχθρό του κόμματος, με αποτέλεσμα την άδικη φυλάκισή του. Πιστός στο καθήκον ο Κορνιέφ αποφασίζει να αναλάβει την υπόθεση και κάπως έτσι ξεκινάει η προσωπική του Οδύσσεια στα απρόσωπα πελάγη της γραφειοκρατίας, που θα τον φέρει μέχρι το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στη Μόσχα.
Για τις ανάγκες των γυρισμάτων ο Λοζνίτσα ταξίδεψε στη Ρίγα, όπου διασώζονται αρκετά κτίρια της εποχής στην οποία αναφέρεται η ταινία. Εκεί ζωντάνεψε τον άχρωμο κόσμο των «Δύο Εισαγγελέων», ένα σύμπαν που ασφυκτιά κάτω από αυστηρά γραφεία, βαριές πόρτες, σφραγίδες, φακέλους και χαρτόσημα. Μέσα στο μουντό και συνάμα γνώριμο αυτό σκηνικό, κυκλοφορεί ένας απίθανος ηθοποιός ονόματι Αλεξάντρ Κουζνέτσοφ, που ερμηνεύει με μετρονομική ακρίβεια το λογικό κενό που αντιμετωπίζει ο ήρωάς του. Είναι σαν να παρακολουθείς μιας μηχανής καθώς αποκτά συνείδηση. Μόνο που αυτή η μηχανή έχει μεταξύ άλλων προγραμματιστεί να συνθλίβει όσα γρανάζια της που κινούνται πέραν της προγραμματισμένης τους τροχιάς.
Μια αριστοτεχνικά δομημένη ταινία χωρίς εκπλήξεις που εκπληρώνει στο απόλυτο τις προθέσεις του δημιουργού της
Σε μια πρώτη βιαστική αντίδραση μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Καννών, είχα -και συγχωρέστε μου το πρώτο πρόσωπο- εν πολλοίς γράψει πως μια ταινία σαν τους «Δύο Εισαγγελείς» δεν θα έπρεπε να έχει θέση στο διαγωνιστικό, άποψη που ακούγεται άδικη αλλά δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την ποιότητα της ταινίας («ένα συνεπέστατο πολιτικό δράμα» όπως σημειώνεται κι εκεί). Τώρα που καλούμαι να επισκεφτώ την ταινία για μια δεύτερη φορά ο βασικός ενδοιασμός παραμένει: τόσο η κινηματογράφηση όσο και η πλοκή της ταινίας δεν κρύβουν καμία έκπληξη για τον θεατή. Πρόκειται για μια ιστορία όπου από το πρώτο δευτερόλεπτο ξέρεις ακριβώς τι θα δεις, γνωρίζεις εντελώς τι περιμένει τόσο εσένα ως θεατή όσο και τον δύσμοιρο πρωταγωνιστή της. Αυτό γιατί οι λέξεις περνούν στην οθόνη με έναν στιβαρό ακαδημαϊσμό, φιλτραρισμένες λες απ' την αισθητική που επιβάλλουν κλασικά ανατολικοευρωπαϊκά έργα. Ο σκηνοθέτης μέσα στο απροσπέλαστο σοβιετικό κατασκεύασμα του όπου σαν φυσική προέκταση βασιλεύουν οι τύποι και η μέθοδος, έχει αφήσει λίγο χώρο για τον καφκισμό, το παράλογο του Γκογκόλ και τον Ντοστογιέφσκι. Άπαντα ντυμένα με μια βαριά σιωπή, το αναμενόμενο soundtrack του απολυταρχισμού, ενάντια του οποίου στρέφεται προφανώς η αλληγορία του Ντεμίντοφ.
Χωρίς ίχνος υπερβολής, όσοι έχουν μια κάποια επαφή με τα παραπάνω ονόματα και με τη σοβιετική ιστορία (έστω αυτή που τυπώθηκε μετά την περεστρόικα), ξέρουν ακριβώς τι θα αντιμετωπίσουν. Και παρά την απουσία οποιασδήποτε έκπληξης, η αναγωγή στο σήμερα έχει ομολογουμένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπό αυτό το πρίσμα οι «Δύο Εισαγγελείς» μοιάζουν οι ίδιοι ένα ερμητικό σύστημα όπου εμείς σαν εξωτερικοί παρατηρητές διαπιστώνουμε τις μικροσκοπικές κινήσεις ενός αφελούς ιδεαλιστή. Κινήσεις μικρές και απειροελάχιστες, σαν κόνιδα στην τελευταία τρίχα απ' το μουστάκι του Στάλιν, αρκετές ωστόσο για να τον ξεκολλήσουν από το φόντο. Ικανές επίσης για να μεταφέρουν το μήνυμα που θέλει ο ενορχηστρωτής τους. Σε μια εποχή που ο ολοκληρωτισμός έχει επικρατήσει σε αμφότερα τα πολιτικά ημισφαίρια της υφηλίου, που ξεκινάει και που φτάνει η ευθύνη ενός εισαγγελέα; Μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη όταν η ηθική αξία της μετατρέπεται σε μια σειρά από διαδικασίες στην υπηρεσία της εξουσίας;
Ρητορικό το τελευταίο ερώτημα και συνεχίζουμε. Σε μια εποχή που κατάπιε αμάσητη την αισθησιαρχία, ποιος θα ακούσει όσα έχουν να πούνε οι υποδειγματικά αποστασιοποιημένοι «Δύο Εισαγγελείς» που να μην τα ξέρει ήδη; Ακόμα κι αν η απάντηση είναι κανένας, αυτό δεν είναι αρκετό για να τους ακυρώσει κανείς (όπως βεβιασμένα έπραξε ο υποφαινόμενος κάποιους μήνες πριν). Για τον Λόζνιτσα που έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει πως ο σταλινισμός έχει επιστρέψει, είναι μια απαραίτητη υπενθύμιση ή/και προειδοποίηση. Κι αν μη τι άλλο μιλάμε για μια ταινία που δεν έχει τίποτα κακό να της προσάψεις και παράλληλα εκπληρώνει στο απόλυτο τις υποσχέσεις της καλλιτεχνικής της κληρονομιάς και τις ειλικρινείς προθέσεις του δημιουργού της.


_1581_107780207_type12905.jpg)
_1581_107780207_type12863.jpg)



