Οικουμενική Γλώσσα

Universal Language

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2024
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Καναδάς
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάθιου Ράνκιν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μάθιου Ράνκιν, Πιρούζ Νεμάτι, Ίλα Φιρουζαμπάντι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ροζίνα Εσμαΐλι, Σάμπα Βαεντουσέφι, Σομπάν Τζαβάντιi, Πιρούζ Νεμάτι, Μάθιου Ράνκιν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ιζαμπέλ Στατσένκο
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Αμίρ Αμίρι, Κριστόφ Λαμάρς-Λεντού
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Weird Wave
    Οικουμενική Γλώσσα

Μεταμοντέρνος με αιτία, ο ανερχόμενος Καναδός Μάθιου Ράνκιν σκηνοθετεί μια τραγικωμωδία του παραλόγου, ακριβώς στο κέντρο της διαδρομής που ενώνει κινηματογραφικά τη γενέτειρά του Γουίνιπεγκ με την Τεχεράνη. Ο Γκάι Μάντιν θα πρέπει να νιώθει περήφανος.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη

Η «Οικουμενική Γλώσσα» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ταλαντούχου Καναδού Μάθιου Ράνκιν. Έμελλε να είναι αυτή που θα τον καθιέρωνε στο διεθνές στερέωμα σαν δημιουργό πρώτης γραμμής. Ξεκίνησε τη διαδρομή της από το περσινό Φεστιβάλ των Καννών, όπου ξεχώρισε ευθύς σαν μια από τις καλύτερες ταινίες ολόκληρης της επιλογής. Λίγο πιο δίπλα άνοιγε εκτός συναγωνισμού το «Rumours» του Γκάι Μάντιν και κάπως έτσι η επικείμενη αλλαγή σκυτάλης έγινε λίγο πιο επίσημη.

Αμφότεροι από τη Γουίνιπενγκ της Μανιτόμπας, αμφότεροι ανδρωμένοι σε θεσπέσια μικρού μήκους φιλμάκια που χάρη στη βίντατζ κινηματογράφηση τούς κέρδισαν το χαρακτηρισμό του μεταμοντέρνου, αμφότεροι σθεναρά πειραματικοί παρά το πιο ποπ ύφος της ύστερης φιλμογραφίας τους. Η επιρροή του Μάντιν πάνω στο έργο του Ράνκιν ήταν παραπάνω από εμφανής στο «The Twentieth Century», μια καθόλα «διαφορετική» βιογραφία του Καναδού πρωθυπουργού Μακένζι Κινγκ, η οποία πατούσε με το ένα πόδι στο σουρεαλισμό και με το άλλο στον πρώιμο εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο. Κομμάτι ενός παράλληλου σύμπαντος που ξαναδιάβαζε την καταγεγραμμένη ιστορία με τον πιο γλαφυρό τρόπο.

Το αυτό συμβαίνει και με το «Universal Laguage», καθώς η ταινία παρουσιάζει μια εναλλακτική εκδοχή του Καναδά όπου o χρόνος έχει σταματήσει κάπου στη δεκαετία του '80 και τα φαρσί είναι μαζί με τα γαλλικά επίσημη γλώσσα. Την ιδέα συμπληρώνουν καλοζυγισμένες εικόνες κι ένα ύφος που παραπέμπει απευθείας στο ιρανικό σινεμά. Λες κι ο Γουές Άντερσον είχε γεννηθεί στην Τεχεράνη. Ή σαν ο Κιαροστάμι να σκηνοθετούσε στο Τορόντο και να έκανε εταλονάζ στις διαφημιστικές. Η τρίπρακτη κανονικότητα της αφήγησης έχει αντικατασταθεί από τρεις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες. Στην πρώτη δύο κορίτσια βρίσκουν ένα χαρτονόμισμα μέσα στα παγωμένα νερά και προσπαθούν να το πάρουν για να βοηθήσουν ένα συμμαθητή τους (ίσως και για να αγοράσουν κάλτσες). Η δεύτερη αφορά σε έναν ξεναγό που μοιάζει χαμένος μέσα στην ίδια του την ξενάγηση, παρασύροντας στη σύγχυση τους τουρίστες της ομάδας του. Η τρίτη, η οποία ξεκλειδώνει το εκκεντρικό μονοπάτι προς την καρδιά της «Οικουμενικής Γλώσσας», έχει σαν πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Ράνκιν στο ρόλο ενός κυβερνητικού λειτουργού που επιχειρεί να επιστρέψει από το Μόντρεαλ στη Γουίνιπενγκ για να δει την άρρωστη μητέρα του.  

Η αρχική εντύπωση που δίνει η ταινία είναι αυτή ενός φόρου τιμής. Μιας αδέξιας υπόκλισης σ' αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε ιρανικό κινηματογράφο. Το μυστακοφόρο και τον ορθόδοξο. Με τις τελετουργίες της καθημερινότητας και τις αυθόρμητες οπτικές συνθέσεις που αξιοποιούν αδιανόητες λεπτομέρειες απ' το φυσικό ντεκόρ κάθε σκηνής. Όλα όμως καθ' υπερβολή, σε ένα εντελώς τεχνητό αφιερωματικό σκηνικό που ανταλλάσσει το νατουραλισμό με το σινεμά του παραλόγου (αν μας επιτρέπεται ο νεολογισμός). Εκεί όμως που στο «Twentieth Century» ο Ράνκιν έμοιαζε λίγος για να βρει κέντρο βάρους σε έναν ορυμαγδό ιδεών και εκκεντρικών στοιχείων, εδώ καταφέρνει να οδηγήσει το παράλογο σε έναν ασφαλή προορισμό. Κάπου πολύ όμορφα για την ακρίβεια, σε ένα ζεστό και ασφαλές συναίσθημα, κατ' ελαφρά αντιδιαστολή στα όσα βιώνουν αρχικά οι αποπροσανατολισμένοι ήρωές του.

Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει να ισορροπήσει κάτι πολύ φιλόδοξο κι ιδιόρρυθμο σε ένα πολύ λεπτό σημείο. Δίνει στο θεατή ακριβώς όσα χρειάζεται για να το ανακαλύψει κι έτσι μετατρέπει τον φόρο τιμής σε ένα γοητευτικό αξιοπερίεργο, ικανό να αγγίξει πολύ ευαίσθητες χορδές. Με χιούμορ που διαπερνά το κείμενο και φτάνει μέχρι το καδράρισμα, πρωτότυπη αισθητική κι αυθάδη διάθεση απέναντι στις νόρμες, φτιάχνει ένα μικρό μα θαυματουργό φιλμ. Μια ήπια τραγικωμωδία για τα μυστήρια της ύπαρξης. Ένα διαπολιτισμικό σχόλιο για μια καινούργια χώρα, για την ταυτότητα και την ανάγκη να επιστρέφει κανείς σε ό,τι ονομάζει σπίτι. Ένα μεταμοντέρνο σημείο αναφοράς που μιλάει με προφορά την οικουμενική γλώσσα των εικόνων και του αξίζει να αγαπηθεί με την ένταση που διψασμένοι αγαπήσαμε κάποτε το σινεμά του Γκάι Μάντιν. Το μέλλον του αυτόνομου κινηματογραφικού κρατιδίου της Γουίνιπεγκ φαίνεται να βρίσκεται σε πολύ ικανά χέρια.  

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οικουμενική Γλώσσα
  • Οικουμενική Γλώσσα