Βαϊάνα (με υπότιτλους)
Vaiana (OV)
Στην παράδοση των live-action μεταφορών του animated καταλόγου της Ντίσνεϊ, η «Βαϊάνα» μπορεί να καυχιέται πως είναι ίσως η πιο πιστή. Μόνο που αυτή ακριβώς η έλλειψη δημιουργικής περιπέτειας αποδεικνύεται η πιο ειρωνική της αποτυχία.
Η live-action «Βαϊάνα» ξεκινά το ταξίδι της με αφετηρία ένα παράδοξο. Αφηγείται την ιστορία ενός κοριτσιού που τολμά να ανοίξει πανιά στον ωκεανό, αλλά η ίδια η ταινία φοβάται να απομακρυνθεί έστω και λίγα μέτρα από την ασφαλή ακτή του πρωτότυπου animation. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που ναυαγεί θεαματικά, επιπλέει αμήχανα, χωρίς ούτε μία σκηνή που να απαντά πειστικά στο ερώτημα «γιατί έπρεπε να γίνει;».
Η «Βαϊάνα» σε σκηνοθεσία Τόμας Κάιλ, στενού συνεργάτη του Λιν-Μανουέλ Μιράντα λόγω «Hamilton», είναι ένα ριμέικ υπερβολικά πιστό, σχεδόν μηχανικό, που αναπαράγει την αφήγηση, τους χαρακτήρες, τις μουσικές κορυφώσεις και τις συναισθηματικές παύσεις της animated περιπέτειας των Τζον Μάσκερ και Ρον Κλέμεντς, χωρίς να προσθέτει μια ουσιαστικά νέα ματιά. Λες και πρόκειται για μια disneyfied κινηματογραφική σπουδή πάνω στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, όπως το ξαναγύρισε ο Γκας Βαν Σαντ.
Η όχι και τόσο νέα «Βαϊάνα» δεν ολοκληρώνει ποτέ τη μετάβαση από το animation στο live-action. Ο κόσμος της παραμένει βαθιά ψηφιακός: η θάλασσα, οι μεταμορφώσεις του Μάουι, τα χαριτωμένα sidekicks, οι εκδικητικές καρύδες Κακαμόρα και ο πλιατσικολόγος Ταματόα στέκουν περισσότερο ως επίδειξη τεχνικής δυνατότητας παρά ως σύσταση ζωντανού κινηματογραφικού χώρου.
Η ταινία κινουμένων σχεδίων του 2016 λειτουργούσε μέσα από τον ρυθμό, την υπερβολή, τη χρωματική έκρηξη και την εκφραστικότητα των σωμάτων και των προσώπων. Είχε, άλλωστε, την έμπειρη ματιά των Μάσκερ και Κλέμεντς, οι οποίοι έγραψαν «χρυσή» ιστορία στην αναγέννηση του στούντιο με τη «Μικρή Γοργόνα», τον «Αλαντίν» και τον «Ηρακλή». Εδώ, η χρωματιστή ζωηράδα ισοπεδώνεται σε μια ανέμπνευστη, στείρα αντιγραφή. Η ταινία δεν μας καλεί να ανακαλύψουμε ξανά τον μύθο της «Βαϊάνα», μας ζητά απλώς να τον αναγνωρίσουμε.
Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια ώστε η χρονική απόσταση να καταστήσει εμπορικά απαραίτητη μια live-action ανάγνωση. Το πρωτότυπο δεν έχει απομακρυνθεί από τη συλλογική μνήμη. Αντιθέτως, παραμένει διαθέσιμο, αγαπητό και ισχυρό. Γι’ αυτό η νέα ταινία δεν κρίνεται απλώς ως αδύναμο ριμέικ, αλλά ως σύμπτωμα μιας βιομηχανίας που προτιμά να ανακυκλώνει ασφαλείς επιτυχίες.
Η Κάθριν Λαγκάια είναι ίσως το μόνο φωτεινό στοιχείο της ταινίας. Διαθέτει μια νεανική ενέργεια που την κάνει να ξεχωρίζει, παρότι η ερμηνεία της μοιάζει υποχρεωμένη να υπηρετήσει μια ηρωίδα την οποία το κοινό έχει ήδη αγαπήσει σε άλλη μορφή. Αυτό που δεν περίμενε κανείς είναι το πόσο κατατονικός εμφανίζεται ο Ντουέιν Τζόνσον, ο οποίος επιστρέφει ως ημίθεος Μάουι. Η παρουσία του κουβαλά την αναγνωρισιμότητα του χαρακτήρα, αλλά η γνώριμη κωμική του αυτοπεποίθηση απουσιάζει. Μοιάζει περισσότερο να επαναλαμβάνει κάπως βαριεστημένα έναν ρόλο, χωρίς την άνεση και την ένταση της αποκλειστικά φωνητικής του ερμηνείας.
Τελικά, η live-action «Βαϊάνα» δεν είναι τόσο μια αποτυχημένη ταινία, όσο μια περιττή ταινία. Είναι επαγγελματική στην επιφάνειά της, αλλά χωρίς ρίσκο. Μπορεί η θαρραλέα Βαϊάνα να τραγουδά «How Far I’ll Go», όμως εδώ το κινηματογραφικό προϊόν δεν τολμά να φύγει ποτέ από το λιμάνι.


_1581_107782019_type12905.jpg)
_1581_107782019_type12863.jpg)



