Βιττόρια
Vittoria
Μια γυναίκα μητέρα τριών αγοριών, έχει έναν σύζυγο που την αγαπάει και μια καλή δουλειά ως ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου. Η οικογενειακή ηρεμία θα διασαλευθεί, όταν αποφασίσει πως θέλει να γίνει μητέρα ενός κοριτσιού.
Η ταινία των Αλεσάντρο Κασίγκολι και Κέισι Κάουφμαν είναι το μέσο δράμα που συναντάς σε κάθε line up των μεγάλων (και όχι μόνο) φεστιβάλ, μόνο που εδώ οι δημιουργοί μάλλον θεωρούν πως η δραματική φόρμα είναι αρκετή προκειμένου να στήσουν μια στιβαρή ιστορία, που όμως τελικά ούτε στιβαρή είναι, ούτε και ακριβώς ιστορία.
Η Τζασμίν έχει μια, κατά τα άλλα, φυσιολογική ζωή με την οικογένειά της, τη δουλειά της και τις φίλες της. Έχει τρεις γιους και έναν άντρα που την αγαπάει. Η καθημερινότητα δεν είναι πάντα εύκολη, όμως θεωρητικά δεν της λείπει τίποτα, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που η ίδια αποφασίζει πως της λείπουν τα πάντα και πιο συγκεκριμένα μια κόρη.
Το σενάριο των Κασίγκολι-Κάουφμαν είναι ένα μη σενάριο, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει υπόθεση. Βασισμένοι μονάχα σε μια επίφαση οικογενειακής πλοκής, οι σκηνοθέτες (και σεναριογράφοι) επιχειρούν να διηγηθούν μια ιστορία, προκειμένου να διερευνήσουν τις δυναμικές των σχέσεων – συζυγικής και γονικής -, αποτυγχάνουν όμως παταγωδώς να παρουσιάσουν μια ιστορία χαρακτήρων, γιατί πολύ απλά δεν τους ενδιαφέρει η επιθυμία και η ανάγκη, αλλά το φανταστικό κίνητρο.
Το καπρίτσιο της Τζασμίν - γιατί περί αυτού πρόκειται - βασίζεται σε ένα όνειρο που είχε δει με τον πατέρα της και προφανώς ο διακαής της πόθος να αποκτήσει ένα κοριτσάκι, σχετίζεται άμεσα με την ικανοποίηση του πατρικού καημού. Υπάρχει εδώ ένα ενδιαφέρον, υποβόσκον πλαίσιο αναφορικά με τη σχέση της ηρωίδας με τον δικό της πατέρα, όμως δεν εξερευνάται ποτέ πραγματικά, με την ανάγνωση να παραμένει σε ένα πρώτο και εντελώς σχηματικό επίπεδο το οποίο δεν εξυπηρετεί αφηγηματικά στην εξέλιξη την ταινίας.
Το ίδιο επιδερμική παραμένει και η προσέγγιση του θέματος της υιοθεσίας, η οποία προκύπτει ως εναλλακτική κατ’ ανάγκη. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σεναριακή φροντίδα για μια τέτοια «στροφή» στην πλοκή (κι ας μην υπάρχει καν τέτοια δηλαδή) και αυτό φαίνεται από την αδυναμία των δημιουργών να κατασκευάσουν μια δράση που να έπεται λογικά των όσων έχουν προηγηθεί. Πρόκειται για ένα σαφές φάουλ που εξυπηρετεί περισσότερο το φεστιβαλικό «καλούπι» και λιγότερο το ίδιο το φιλμ και αυτό μάλλον το κάνει επιτυχημένα, αν κρίνουμε από τις βραβεύσεις της σε φεστιβάλ όπως εκείνο της Βενετίας αλλά και της Θεσσαλονίκης.
Το «Βιττόρια» θέλει να πει κάτι βαθιά σκεπτόμενο για τον τρόπο που οι ξαφνικές μας ανάγκες αναδύονται στην επιφάνεια, έτοιμες να σαρώσουν την κανονικότητα του βολέματός μας, όμως στη πράξη το αποτέλεσμα απέχει παρασάγγας από μια ιστορία ικανή να μας αιχμαλωτίσει. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το σενάριο, αλλά το γεγονός πως αυτό απλά δεν υπάρχει.







