Τόμος 7

Volume 7

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα, Κύπρος, Σερβία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάνος Παππάς, Δέσποινα Χαραλάμπους
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Δέσποινα Χαραλάμπους
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Στέλα Φυρογένη, Κωστής Μπούντας, Κρίστελ Καπερώνη
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ιοάν Μέλτσερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Νίκος Κυπουργός
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
    Τόμος 7

«Το μέλλον δεν είναι παρά ένα ακόμα παρελθόν. Στο απομονωμένο Κτίριο-Πόλη που φέρει τον αριθμό 7, εκεί όπου η ανθρώπινη γνώση διατηρείται στη μνήμη των χαρισματικών και ο χρόνος κυλά σε ατέρμονους κύκλους, ένας νέος άντρας εμφανίζεται ξανά και ξανά για να αναμετρηθεί με τον έρωτα, την εξέγερση και την απατηλή υπόσχεση της διαφυγής. Μια γυναίκα που τον συναντά κάθε φορά γίνεται ο καθρέφτης αυτής της επανάληψης, διατηρώντας ζωντανή την ελπίδα πως κάτι μπορεί να αλλάξει.» Ελληνική ταινία υπαρξιακής επιστημονικής φαντασίας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Στον τυραννισμένο κόσμο του ελληνικού σινεμά, ακόμα και η φιλοδοξία/προσδοκία του είδους χρειάζεται το έρμα μιας φιλοσοφικής, «περί υψηλών» ιδιοσυγκρασίας, μιας έκδηλης παραπάνω ενατένισης, χαρακτηριστικής της δυσπιστίας ενός δημιουργού στην καθαυτή μυθοπλασία του. Συχνά το αποτέλεσμα, σαν τον σχετικά σύγχρονο κορμό αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «έντεχνο ελληνικό τραγούδι», είναι ένα στομφώδες, μικρομέγαλο πράγμα που δυσπιστεί στην πλοκή του, από την οποία και πρέπει να απορρέει το θέμα. Εδώ η πλοκή υπόκειται σε διαρκή τραυματισμό από υπενθυμίσεις υψηλής πραγματείας. Που αντί να αναφύονται από την ιστορία, φυτεύονται ως νουβελβαγκικές μεσολαβήσεις-ορισμοί.

Κρίμα.

Διότι στοργικά στεκόμενος παρά τω δημιουργώ, εκκινώ από αφετηρία γεμάτη ελπίδα ριζωμένη στην καθαυτή όψη του πράγματος, που στο κάτω-κάτω αποτελεί κι ένα νευραλγικό, και σωσίβιο, ποσοστό της ταινίας. Και από την όψη ήμουν εξ αρχής σε ένα ευτυχές, όλο συναρπασμό «κάτι υπάρχει εδώ». Που σε κάθε απογοήτευση το ανακαλούσα μήπως και εξομαλύνω την εντύπωση που ολοένα γινόταν και πιο αλγεινή. Από τι; Από μια σεναριακή προσέγγιση που (ίσως σκόπιμα αντιαφηγηματικά) δεν μοιάζει να σέβεται την απορία που γεννά και απαγγέλλει παρά οικοδομεί χαρακτήρα, κατάσταση, ένταση, ζητούμενο, θέμα. Από ένα σενάριο που διαλογικά σα να αντλεί από κάποιο αμερικάνικο λογοτεχνικό νουάρ και στήνει ρητορικούς διαλόγους-μονολόγους, που βρίθουν «ξενικών» αποκλήσεων μεταξύ των χαρακτήρων (τρελή, βλάκα, γλυκιά μου, τέρας, καθίκι, σκύλα, ηλίθια/-ε και πάει λέγοντας), οι οποίες αρθρώνονται παρατακτικά και αδιάφορα για το τι συνεπάγονται δραματουργικά και τονικά, ενόσω άλλες φράσεις διατείνονται, συχνά ιλαρά (στα αυτιά μου) και άνευ αντιληπτού -από εμένα- νοήματος («σταμάτα να πηγαίνεις τόσο συχνά για βάρδια στην απόσταξη», «17 μιλιγκράμ, βλάκα»). Η αίσθηση επιτείνεται από κάποιες ερμηνείες που κινούνται μεταξύ θεατρικότητας, «σχολής» και γενικής οδηγίας νατουραλισμού που κοντράρει ατυχώς (αλλά και πάλι ίσως μπρεχτικά σκόπιμα) το επιτυχές αλλόκοσμο σκηνικό και την δεδομένη sci-fi αίσθηση. Όπως και πάλι στο ελληνικό φανερό «σχολειό» του μουσικού εντέχνου, όταν η ερμηνεία τσιτώνεται λες και απαγγέλλει Ρίλκε, ενώ η μουσική είναι περιορισμένα ενδιαφέρουσα και ο στίχος τετριμμένα εκκεντρικός. Όσο για την μουσική καθαυτή του Νίκου Κυπουργού θα ήταν αδύνατον να μην έχει «κάτι», είναι όμως, εκτιμώ, κάτι που χωρίς να το έλεγε κανείς ασύνδετο, παραμένει εξυπηρετικό του εαυτού του και δεν συμβάλλει (σε αυτόν τον θεατή) στην αίσθηση, αντίθετα υπενθυμίζει τον παραλληλισμό του εντέχνου. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν ευθύνεται ο συνθέτης ή η σκηνοθετική οδηγία.

Μένει, σχεδόν προδομένη πια, η επιτυχής δουλειά στο σκηνικό, ο μετασχηματισμός της περιστασιακής industrial κοινοτοπίας του ρεπεράζ σε κάτι που συμβάλλει σε μια όψη παράδοξης αφαίρεσης και η καλοσχεδιασμένη αποτύπωση των οπτικών εφφέ. Εδώ αναλογούν εύγε και είναι εύγε που υπερβαίνουν τον συνήθη φταίχτη του περιορισμένου προϋπολογισμού, ή τον πατερναλισμό του «καλά για ελληνική ταινία». Εύγε που μπορούν ακόμα και να επεκταθούν στην (καλλι)τεχνική αρτιότητα σε επίπεδο ήχου και σχεδιασμού του. Που ατυχούν όμως εν τέλει και αυτά όταν στην διερώτηση περί του δια ταύτα 105 λεπτών επιβεβαιώνεται, πέραν της νουάρ pulpικότητας (sic), η ανάμνηση των «Δώδεκα Πιθήκων». Δεν βοηθά στην εν τέλει, έστω επιεική, αποτίμηση.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Τόμος 7
  • Τόμος 7