Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ

Werckmeister Harmonies

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2000
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ουγγαρία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπέλα Ταρ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μπέλα Ταρ, Λάσλο Κρασναχορκάι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Λαρς Ρούντολφ, Πέτερ Φιτς, Χάνα Σιγκούλα, Γιάνος Ντέρζι, Μιχάλι Κόρμος
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μίκλος Γκούρμπαν, Ρομπ Τρεγκένζα, Γκάμπορ Μέντβιγκι, Εμίλ Νόβακ, Έρβιν Λάντσεζμπέργκερ, Γιοργκ Βίντμερ, Πατρίκ ντε Ράντερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Μίχαλι Βιγκ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 145'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Amarcord
    Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ

Σε μια ακατονόμαστη πόλη καταφθάνει ένα τσίρκο που παρουσιάζει το πτώμα μιας γιγάντιας φάλαινας και υπόσχεται την ατραξιόν ενός Πρίγκιπα. Σταδιακά, οι κάτοικοι πλημμυρίζουν ανησυχία και στην πόλη ξεσπά εξέγερση. Ο Λάσλο Κρασναχορκάι συν-σεναριογραφεί με τον Μπέλα Ταρ την δική του «Μελαγχολία της Αντίστασης» και ο τελευταίος εικονογραφεί με τον ιδιώνυμο τρόπο του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η προσωπολατρία στην Τέχνη είναι μια απολύτως φυσιολογική κατάσταση, ιδίως υπό το πρίσμα του συγκερασμού της εμπορευματοποίησης (δηλαδή της ανάγκης εύρεσης τρόπου επικοινωνίας του προϊόντος) και της ιδιωτικής μας μαγνητικής ροπής προς εκείνο που βρίσκουμε να μας αντιπροσωπεύει – ή να διαλαλούμε ότι μας αντιπροσωπεύει. Πλήθος από έργα και καλλιτεχνικά σώματα έχουν συγκροτηθεί γύρω από την προσωπολατρία αυτή, η οποία στις πιο εξτρεμιστικές εκδοχές της καταλήγει να αποδίδει περίπου θείες ιδιότητες στο πρόσωπο που επιλέγει. Οι τελευταίες δεν θα με απασχολήσουν εδώ, εκτιμώντας, ίσως αφελώς, ότι ο αναγνώστης δεν θα διαφωνούσε κρίνοντας ανάλογες συμπεριφορές ως ανώφελες στην κουβέντα μας.

Ο Μπέλα Ταρ απολαμβάνει μια ολιγοπληθή μεν, βουερή δε ομάδα ακολούθων, η οποία πέρα από τις προαναφερθείσες καλλιτεχνικά θείες ιδιότητες που του προσάπτουν, ορκίζεται στο ολιγάριθμο μα αναλογικά επιδραστικό σινεμά του. Αναφερόμενος κανείς λοιπόν στο Ούγγρο πρέπει να μετράει με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή τα λόγια του, μιας και οι αιρετικοί αφ’ ενός μπορεί να βρεθούν στις υψηλές θερμοκρασίες μιας πυράς, αφ’ ετέρου απαιτείται ολόσωμη προσήλωση στην όποια κριτική του έργου του διότι, είναι αλήθεια, πρόκειται για έργο τόσο σφοδρά συλληφθέν, και τόσο ιερουργικά εκτελεσθέν, που διαθέτει σιδηρά (αν και μακάρι ανοξείδωτη) αντοχή.

Χρέος μιας κριτικής του τύπου που εξυπηρετεί το παρόν κείμενο είναι και η οδηγία προς πρωτάρηδες ναυτιλλομένους. Το σινεμά του Ταρ ανήκει σύσσωμο στην κατηγορία του Αργού Κινηματογράφου. Αυτό είναι απαραίτητο να το γνωρίζει κάποιος που βρίσκεται ενδεχομένως σε αυστηρή δίαιτα ταινιών οι οποίες στα πρώτα δύο λεπτά τους έχουν όσα πλάνα έχουν τα 145’ του παρόντος (39 τον αριθμό, κάποιος τα έχει μετρήσει και όλοι αναπαράγουμε). Σα να μην έφτανε αυτό, πρόκειται για έναν συμβολιστικό κινηματογράφο, κλασικής ευρωπαϊκής κοπής, πράγμα που πρακτικά σημαίνει πως ό,τι περιλαμβάνεται στο κάδρο, ό,τι λέγεται και κάθε συσχετισμός των, έστω λιγοστών, μονταρισμένων στιγμών, υπονοεί ένα άλλο σύστημα από την φαινομενική κυριολεξία.  Με άλλα λόγια αν δεν προσέχεις, κι αν δεν θυμάσαι ώστε να συσχετίσεις, σύντομα θα βρεθείς να κολυμπάς αβοήθητος στον ωκεανό του έργου - και καμμία φάλαινα, βιβλική ή μη, δεν θα σε κουβαλήσει στη ράχη, ή την κοιλιά της. Τέλος, είναι ένα σινεμά που απαιτεί από τον θεατή μια φαντασιακή ενατένιση, ασφαλώς θεμελιωμένη και σε μια γνωστική συγκρότηση, διότι το πλήθος των φαινομένων της χρειάζεται την άρθρωση από τον θεατή ενός υπο-κειμένου για να στεριώσει. Ειδάλλως, σας βλέπω να ρωτάτε την Τεχνητή Νοημοσύνη περί τίνος πρόκειται.

Ωστόσο, είμαι εδώ να σας φέρω μια σειρά από καλά νέα. Ή τέλος πάντων νέα που εγώ θα χαιρόμουν στην τρυφερή ηλικία που πρωτοσυνάντησα τον Μπέλα Ταρ να είχα διαβάσει. Όπως συχνά συμβαίνει σε σημαντικές δημιουργίες του κινηματογράφου, το νόημα δεν είναι κηδεμονευτικό, η επίμονη θηρία του μπορεί να είναι αποπροσανατολιστική και ρητά ο δημιουργός το αποσημασιοδοτεί. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχει νόημα – ακόμα και αν το νόημα είναι οι μορφές της απουσίας του. Σημαίνει όμως ότι από τις πολλές διαστάσεις στις οποίες μπορεί να λειτουργήσει ένα έργο, ο δημιουργός έχει επιλέξει μια οδό στην οποία η οντολογική διάπλαση συντελείται αλλού. (Προλαβαίνοντας το ανεύρυσμα να πω ότι λέγοντας οντολογική διάπλαση, διαλέγω τον περισπούδαστο τρόπο να αναφερθώ στο απλό και τίμιο περί τίνος πρόκειται του έργου. Μην με ψέγεται, και ο Ταρ αυτό κάνει, πάντα. Διαλέγει τον περισπούδαστο τρόπο.) Και το δια ταύτα δεν είναι άλλο από τον Χρόνο, το βασικό, βιωματικό εδώ που τα λέμε ζητούμενο του Αργού Κινηματογράφου, που λιανά μιλώντας ακουμπά στο πετσί σου την έννοια του περάσματος και των παρεπομένων του. Όπως και να ‘χει, επεκτείνοντας τα καλά νέα πάντα, στην πρώτη θέαση τουλάχιστον, τούτη η ταινία πρέπει να αφεθεί να ποτίσει αισθητηριακά τον θεατή της. Αν αυτός δεν της αντισταθεί, και φυσικά αν δεν χαθεί στις αγκάλες του Μορφέως, ένα ολόκληρο οπτικοακουστικό σύστημα, γεμάτο ατμόσφαιρα και σπουδαία διεύθυνση φωτογραφίας (από… επτά οπερατέρ, ποτέ εύκολος συνεργάτης ο Ούγγρος) προσμένει την εμπειρία του.

Και η θεματική του Κρασναχορκάι; Η πολιτική θέση; Η ‘Μελαγχολία της Αντίστασης’, που κάποιοι λένε ότι θα ήταν κι ένας καλύτερος τίτλος και προς στιγμή θέλησα να συγκατανεύσω – τελικά προτιμώ αυτόν του Ταρ. Οι ερχόμενοι λογιών σωτήρες; Οι Βάρβαροι, αν υλοποιούσαμε μια μίνι συμπαράθεση με το καβαφικό σύμπαν; Το «Άλλο»; Η Φύση; Ο Θεός; Η ενίοτε διόλου διδακτική, για κάποιες ιδιοσυγκρασίες, σιωπή του; Κι εν πάση περιπτώσει, για να σπάσουμε και το κοντέρ, πόσο λάθος αλήθεια είναι οι θεωρίες περί καλοσυγκερασμένης Αρμονίας του Βερκμάιστερ, πόσο το «σφάλμα» του τραυμάτισε –ίσως εξορίζοντας– τις αρχαίες/μεταμοντέρνες φυσικές αρμονίες που βέβαια στο σύμπαν της ταινίας δεν είναι μόνο Μουσική, αλλά μια δυνατότητα θέωσης ή και, πιο διαλεκτικά, μια επιταγή άρνησης του θεϊκού; (Από το λεπτό 33 έως το λεπτό 37 θα ακούσετε, αναπάντεχα κι ευθέως δυσνόητα, περί αυτού στο έργο, είναι η νοηματική κεφαλή του.)

Αν κάποιος (τολμούσε να) οικοδομήσει μια κριτική στον Μπέλα Ταρ, θα έλεγε ότι όχι μόνο το σινεμά του δεν υφίσταται δίχως τον λογοτέχνη συμπατριώτη του, αλλά συχνά κατατροπώνει την πληθωρικότητα αυτού κάτω από ογκώδη long take μανιέρας προκειμένου να εξυπηρετηθεί η προσωπική του, σταθερή και αμετάβλητη, αισθητική. Ενώ τείνω να βρω βαρύτητα στην κατηγορία, προτιμώ την εκλεκτική συγγένεια. Εντυπωμένη στις εικόνες του Ταρ υπάρχει η αρραγής πεποίθηση ενός ζόφου, μιας θεϊκής απουσίας, μιας συνθλιπτικής ροπής προς την δική μας απορρύθμιση μπροστά στα τρικ (τις ατραξιόν, αν προτιμάτε) της Εξουσίας, η μισαλλοδοξία, το επίκτητα κατεβασμένο βλέμμα (παραμένει μνημειώδης η αρχική σκηνή των πλανητών), η πεπερασμένη βιολογία μας.

Η προτροπή του υπογράφοντος θα ήταν να προσεγγιστεί το έργο σαν διττά ασκητική πρόκληση. Παρεκτός αν κάποιος είναι γενναία γαλουχημένος σε αυτό το είδος κινηματογράφου, όλοι οι άλλοι δεν έχουν οικειότητα με κάτι παρόμοιο. Και η υπερέκθεση στις… υπερεκθέσεις ιδεών που έχουν κατά κόρον γραφτεί για να δικαιολογήσουν μια συμφωνική σαγήνη (ή μια πολιτική επιλογή υπογράφοντος) θα γιγαντώσει προσδοκίες που ιδίως αυτό το σινεμά, το αξιωματικά ορισμένο μέσα από την ειδική σχέση καθενός με τη νοοτροπία του δημιουργού του, δεν μπορεί να εκπληρώσει. Στην αυθεντική μορφή, την μόνη ουσιώδη (και) στην σχέση με την Τέχνη, με το σινεμά του Ταρ αρθρώνεις σχέση απόλυτα ιδιωτική, ουδείς μπορεί να σου επιβάλει τον τρόπο του. Κι αυτό εκτιμάται ως λίαν απελευθερωτικό.

Τέλος, όσον αφορά μια εντελώς υποκειμενική θεώρηση, η οποία θα πρέπει να δικαιολογήσει και μια βάρβαρη, ψυχή τε και σώματι, βαθμολογία, να πω ότι δεν συνοδοιπορώ με την θεώρηση, την αισθητική και εν γένει το σινεμά του Μπέλα Ταρ. Δυσανασχετώ με την μανιέρα που συχνά αποτυγχάνω να ερμηνεύσω τονικά –θα είμαι της φράξιας Βερκμάιστερ- μανιέρα την οποία υπεράριθμα πλάνα εξυπηρετούν, κάποια εκ των οποίων δεν κατορθώνω καν να δικαιολογήσω (χίλιες φορές το ακίνητο πλάνο στο τίποτα του Βιρασετακούν παρά η επιμονή στο προφανές για λόγους κάποιας οντολογικής διάθεσης), συλλαμβάνω τον εαυτό μου να απωθείται από επιλογές (ας πούμε η σκηνή με τα θορυβώδη παιδάκια είχε ολοκληρωθεί σε δευτερόλεπτα, τα τρία λεπτά συνιστούν αποσυντονιστική επίθεση, αλλού η σκηνή με τον γέροντα υποτιμάται από την χρήση της μουσικής), βρίσκω συχνά τους οπερατέρ και τον συνθέτη (λυρικά, μινιμαλιστικά αρμόζων Μίχαλι Βιγκ) να σώζουν την παρτίδα. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια σε μια απόλυτη σκηνοθεσία φιλμικού κόσμου, σε μια σημειολογική πυκνότητα βαθιάς προμελέτης που εξυπηρετεί τελικά το σύμπαν του, σε μια επίτευξη που (ατυχώς, για εμένα) δείχνει να εξυμνεί την πεσιμιστική θεώρηση, αντί, όπως εκτιμώ καταφέρνει ο Κρασναχορκάι, να θρηνεί μεν αλλά και να συνιστά αντοχή, ενίοτε ακόμα και με χιουμοριστική θέση (αρετή πλήρως απούσα στον Ταρ) για την ανθρώπινη κατάσταση.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ
  • Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ