Όσα Ξέρει η Μάριελ
Was Marielle weiß
Η νεαρή Μάριελ, ύστερα από ένα χαστούκι από μια συνομήλική της, αποκτά...τηλεπαθητικές ιδιότητες ακούγοντας κάθε λέξη και αληθινή σκέψη των γονιών της. Μια ευρωπαϊκή/φεστιβαλική αντίληψη του high concept, ξεπερνά την ασόβαρη αρχική ιδέα και αποδίδει εν τέλει κάτι σαν «κωμικό δράμα» κλασικών μεσοαστικών προβληματισμών που, κι όμως, δεν είναι ανάξιο λόγου.
Η παθογένεια ενός είδους κινηματογράφου αναβλύζει απρόσκοπτα με το που διαβάζεις την αρχική ιδέα της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Φρέντερικ Χαμπάλεκ. Είναι σα να βλέπεις κάποιον (writer/director, κατά προτίμηση) να συλλογιέται τι πιασάρικο μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα της επόμενης, συνήθως φεστιβαλικής του πρότασης, πώς μπορεί να αποπλανήσει τους θεατές της μονής προβολής του. Μπορείς παρεπόμενα να δεις μυριάδες ανάλογες αρχικές συλλήψεις να αναπτύσσονται σε ταινίες που δεν έχουν ιδέα τι να κάνουν το concept τους, αφού αυτό που εξ αρχής ήθελαν ήταν να κλέψουν την πρώτη προσοχή και στ’ αλήθεια να πουν μια κοινοτοπία όλο νόημα και συμβολισμό. Είναι ένα σινεμά που το εκτιμάς όσο ένα ζογκλερικό. Κάποιος παίζει με τρία μπαλάκια στον αέρα, κάποιος με τέσσερα, άλλος με πέντε, έρχεται κάποιος με δεκαέξι και κερδίζει την προσοχή σου. Γρήγορα όμως ξέρεις ότι δεν παύει απλά να είναι κάποιος που παίζει με μπαλάκια. (Το Χόλιγουντ δεν είναι αθώο σε αυτή τη συζήτηση. Απλώς εκεί είναι η πατρίδα του ζογκλερισμού, οπότε το ότι δεν έχεις τίποτα νέο να πεις καταχωνιάζεται μέσα αφηγηματικά κόλπα, κυρίως για κριτικούς, που ως κόλπα τουλάχιστον έχουν στέμμα τους ότι μοιάζουν να ξέρουν κάτι παραπάνω από εσένα και ιντριγκάρουν.)
Τέλος πάντων, αμέσως καταλαβαίνεις και εδώ ότι το high concept της ταινίας δεν είναι κάτι που θα απασχολήσει οντολογικά την ταινία. Ξεδιάντροπα το έβαλε εκεί για να μπορέσει να πει αυτά που έχει να πει. Πώς λοιπόν θα ανοίξουμε πάλι (την από δεκαετίες διάπλατα ανοιχτή) κουβέντα του Γάμου, της μονογαμικότητας, της διάδρασης αρσενικότητας κι επαγγελματικής επιτυχίας, της επαναπαυμένης ανάσας που χαρίζει η οικονομική άνεση, της δύσμοιρης της αλήθειας και του καταραμένου ψέματος στην μεσοαστική (και προς τα πάνω) ζωή μας; Ας βάλουμε το παιδί να ξέρει στ’ αλήθεια την απόσταση του είναι από το φαίνεσθαι. Κι ας αφήσουμε τους γονείς, σαν σε ένα morality play από sci-fi βγαλμένο, να μάθουν πώς θα γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Κι ενώ ορισμένοι εκ των γαλήνια εξαγριωμένων θεατών θα με βρουν απόλυτα στο πλάι τους, αρματωμένο κι έτοιμο να ξαμολήσω μύδρους για αυτή την αλλόκοτη «παιδοκεντρικότητα», που αρχίζει να εξελίσσεται σε πανδημία και βρεφοποιεί με αγριότητα τους τω πάλαι μεγάλους, ενώ κάτι στο όλο σύστημα του Χαμπάλεκ ζέχνει εκείνη την λογοκριτική αίσθηση στην οποία η περιπλοκή της ζωής ενός μεγάλου πρέπει να εγκολπωθεί τη νεανική αλήθεια των νόμων της ζωής ενός παιδιού για να «μην το τραυματίσει» (αλλά και για να γίνει καλύτερος ενήλικος – κι όλ’ αυτά επειδή η σύζυγος είχε ένα βρώμικο φλερτάκι και ο σύζυγος πέντε βρισίδια ισορροπίας δυνάμεων στο γραφείο), η ταινία τη γλυτώνει.
Τη γλυτώνει γιατί δεν είναι σπουδαιοφανής, αρετή πάντα σημαντική. Γιατί είναι τόσο απλή που σα να παραδέχεται ακαριαία την «απάτη» του high concept της και προχωρά σβέλτα στην συλλογιστική μιας (προκαταρκτικής, υποτυπώδους) μπεργκμανικής σκηνής από έναν γάμο. Γιατί έχει μια καθαρότητα στον σκοπό της, μια καλοψυχία ακόμα-ακόμα στο ότι φτιάχνει μεγάλους που περίπου άμεσα υιοθετούν την παιδική ευκολία του να λες πάντοτε την αλήθεια. (Σκέφτομαι τον Γουάιλερ και χαμογελώ με την «παιδική ευκολία της αλήθειας», αλλά είπαμε η ταινία είναι χαμηλών τάξεων φεστιβαλικού πρωταθλήματος.) Φτιάχνει δηλαδή μεγάλους που δεν είναι ακριβώς μεγάλοι, αν με τον όρο εννοούμε την απομάκρυνση από την παιδική απλότητα πρόσληψης κι επικοινωνίας. Γιατί, τελικά (και πώς να το νικήσεις αυτό;) θέλει να κλείσει με την αγαπητική επιβεβαίωση. Και με την πεποίθηση, που είναι φυσικά σωστή (αλλά ανεφάρμοστη), ότι αν ήμασταν σαν τα παιδιά (που τι να τους πεις αφού τα ξέρουν όλα – ο Σαββόπουλος είχε φυσικά δίκιο), όλα θα ήταν κάλλιστα.
Οπότε ναι, είναι ευμενής η στάση. Δεν αποκλείεται να υπάρξουν και εκείνοι που θα διαβάσουν προεκτάσεις και αναδιπλώσεις στην δομή της ιστορίας, θα βρουν κάποιον τρόπο να εξορύξουν μια σκοτεινή και πολύπλοκη θεματική πίσω από την απλότητα που βλέπω, αθώα, εγώ. Θα χαρώ να τις διαβάσω.







