Ανεμοδαρμένα Ύψη
Wuthering Heights
Η Έμεραλντ Φένελ αντιμετωπίζει τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» λες και πρόκειται για το «Όσα Παίρνει το… Notebook», σε μία από τις πιο ατυχείς μεταφορές κλασικού λογοτεχνικού έργου στη μεγάλη οθόνη.
Δεν υπάρχει τίποτε επιλήψιμο στην εκ προοιμίου πρόθεση μιας νέας – ακόμη και ριζοσπαστικής ή ρεβιζιονιστικής – ανάγνωσης ενός κλασικού έργου. Έτσι ακριβώς αποδεικνύεται η διαχρονικότητά του: όταν αντέχει να επανασυστήνεται. Και ο δημιουργός, εφόσον η μεταφορά του ευδοκιμήσει, συνομιλεί δημιουργικά και σύγχρονα με το κοινό. Στο τέλος, όλα κρίνονται από το αποτέλεσμα. Στην περίπτωση της ταινίας «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ δεν μιλάμε για δημιουργική απογείωση αλλά για καλλιτεχνική κατακρήμνιση
Το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ αποτελεί λογοτεχνικό ορόσημο· ένα πολυεπίπεδο έργο που ενέπνευσε όπερες, θεατρικές παραστάσεις, τραγούδια και αλλεπάλληλες κινηματογραφικές μεταφορές. Δεν πρόκειται για μια ευθύγραμμη ιστορία αγάπης, αλλά για μια σκοτεινή γοτθική τοιχογραφία εμμονής, εκδίκησης και ταξικών εντάσεων, μια διαγενεακή τραγωδία με φόντο τους άγριους χερσότοπους του Γιορκσάιρ. Η εκδοχή της Φένελ φιλοδοξεί να είναι ελεύθερη διασκευή, καταλήγει όμως σε παρανάγνωση. Μια διασκευή απογυμνωμένη από τη σκληρότητα, το δηλητήριο, τη βία και την πολυπλοκότητα των σχέσεων που καθορίζουν το έργο της Μπροντέ.
Η ίδια έχει δηλώσει ότι προσέγγισε το βιβλίο μέσα από το συναίσθημα που της προκάλεσε όταν το διάβασε στα 14 της. Παρακολουθώντας την ταινία, αναρωτιέσαι αν αυτή η εφηβική εντύπωση υπήρξε τελικά το μοναδικό της φίλτρο. Επικαλείται μάλιστα τα εισαγωγικά στον τίτλο ως ένδειξη ότι δεν πρόκειται για πιστή μεταφορά. Όταν, όμως, αφαιρείς κομβικούς χαρακτήρες, εξαλείφεις τη μισή αφήγηση και περιορίζεις το υλικό σε ένα ρομαντικό απόσταγμα που παραβλέπει το σκοτάδι, ίσως θα ήταν εντιμότερο να επιλέξεις έναν διαφορετικό τίτλο. Το έκανε στο «Saltburn», παρότι εκεί οι αναφορές στον «Ταλαντούχο Κο Ρίπλεϊ» ήταν εμφανείς. Εδώ, αντιθέτως, διατηρεί (κι επιδιώκει) τη σύνδεση με την Μπροντέ, παραδίδοντας μια ταινία που περισσότερο καπηλεύεται τα ονόματα των ηρώων παρά συνομιλεί με το έργο. Η δε συνυπογραφή σεναρίου δίπλα στο όνομα της Μπροντέ στους τίτλους αρχής μοιάζει τουλάχιστον ατυχής. Για να μην πω προσβλητική.
Ίσως κάποια στιγμή αυτά τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» να προκαλέσουν μία «ανεμοδαρμένη τύψη» στη δημιουργό τους
Με την εξαφάνιση βασικών προσώπων - του ζηλόφθονου αδελφού της Κάθι, ολόκληρης της επόμενης γενιάς - απουσιάζουν οι κεντρικές συγκρούσεις και το λυτρωτικό επιμύθιο. Το ενδιαφέρον της Φένελ περιορίζεται αποκλειστικά στον ζορισμένο έρωτα Κάθι και Χίθκλιφ (όχι τυχαία η έξοδος την περίοδο του Αγίου Βαλεντίνου), τον οποίο κινηματογραφεί με εντυπωσιακή εικαστική φροντίδα - εδώ ο φακός του Λάινους Σάντγκρεν χαρίζει πράγματι στιγμές υποβλητικής ομορφιάς. Πέραν αυτού, οι σκόρπιες σινεφιλικές αναφορές που θυμίζουν «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» ή «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» του Κοκτώ, οι απότομες υφολογικές μεταπτώσεις ανα 10λεπτο, το whitewashing του εξημερωμένου (εδώ) Χίθκλιφ, η miscast επιλογή της (πανέμορφης, ταλαντούχας, αλλά εμφανώς μεγαλύτερης για τον ρόλο) Μαργκό Ρόμπι και οι καρικατούρες των δευτερευόντων χαρακτήρων, συνθέτουν μια δημιουργική «τρικυμία». Η Φένελ φαίνεται πως επιθυμεί να προκαλέσει, όχι να αφηγηθεί, να υπαγορεύσει, όχι να υπαινιχθεί.
Η Ρόμπι, όσο γοητευτική κι αν είναι, δεν ενσαρκώνει το άγριο, αντιφατικό πλάσμα της Μπροντέ. Η Κάθι εδώ μοιάζει κακομαθημένη αντί αδάμαστη, ρομαντική φιγούρα αντί δύναμη της φύσης. Ο Τζέικομπ Ελόρντι, φωτογενής αλλά απονευρωμένος, υποδύεται έναν Χίθκλιφ σχεδόν εξημερωμένο. Η σχέση τους παρουσιάζεται ως μοιραίο, καθαρό και «καταραμένο ειδύλλιο», όταν στο μυθιστόρημα είναι τοξική, αυτοκαταστροφική και βαθιά διαβρωτική.
Παρακολουθώντας τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Φένελ δεν μπορείς παρά να μη σκεφτείς το σινεμά του Μπαζ Λούρμαν, ο οποίος έχει τους πολέμιους του - εγώ δεν συμπεριλαμβάνομαι σ’ αυτούς. Ακόμα κι αυτοί, όμως, αναγνωρίζουν τους επιτυχημένους αναχρονισμούς του όταν συνδιαλλέγεται δημιουργικά με Σαίξπηρ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, αναχρονισμοί που θέλουν να είναι κινηματογραφικό πυροτέχνημα αλλά πηγάζουν από την πίστη (αγάπη;) στο πνεύμα της πρωτότυπης πηγής. Εδώ, η Φένελ ισοπεδώνει τις αποχρώσεις κι εκθέτει τους συνεργάτες της. Η Charlie xcx στο σάουντρακ μοιρολογεί μονότονα τον απαγορευμένο έρωτα αντηχώντας τα «Together» των The xx και «Into the Past» των Nero (ναι καλά μαντέψατε, από το soundtrack του «Μεγάλου Γκάτσμπι»), ενώ η πολύπειρη (και οσκαρική) Ζακλίν Ντουράν στα κοστούμια (που μας έχει χαρίσει τη σμαραγδένια εμφάνιση της Νάιτλι στην «Εξιλέωση», την πολυχρωμία του «La La Land» και τη διακριτική φρεσκάδα των «Μικρών Κυριών») υπογράφει μερικές αμφιλεγόμενες ενδυματολογικές προτάσεις που… φθηναίνουν την εικόνα. Είπαμε, η πολυπλοκότητα θυσιάζεται στο βωμό μιας επιφανειακής δραματικότητας. Η υπερβολή στη σκηνογραφία και στα κοστούμια αποστασιοποιεί αντί να εμβαθύνει.
Τι απομένει, τελικά; Η αναμφισβήτητη φωτογένεια του πρωταγωνιστικού ζευγαριού και η συνέπεια της Φένελ σε ένα στιλιζαρισμένο σύμπαν. Όμως η αισθητική, όσο σαγηνευτική κι αν είναι, δεν αρκεί. Μια διασκευή δεν χρειάζεται να είναι κατά γράμμα πιστή· οφείλει, ωστόσο, να διαφυλάσσει την ψυχή του έργου. Εδώ, η ψυχή αντικαθίσταται από μια ρομαντικοποιημένη φαντασίωση. Η ταινία θα μπορούσε να σταθεί ως αυτόνομο, στιλιζαρισμένο δράμα, αλλά καταρρέει κάτω από το βάρος ενός τίτλου τον οποίο δεν κατανοεί πραγματικά. Ίσως κάποια στιγμή αυτά τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» να προκαλέσουν μία «ανεμοδαρμένη τύψη» στη δημιουργό τους.







