Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου έρχεται με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, το ντοκιμαντέρ «Τα Δεινά της Θάλασσας» για την προσφυγική κρίση, να τιμήσει το 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Η μεγάλη κυρία του βρετανικού αλλά και παγκόσμιου κινηματογράφου Βανέσα Ρεντγκρέιβ, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα η μόνη Αγγλίδα ηθοποιός που έχει βραβευτεί με Όσκαρ, Έμμυ, Τόνι, Χρυσή Σφαίρα, Screen Actors Guild Award και Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών, θα παραστεί στην προβολή της πρώτης της σκηνοθετικής απόπειρας, του ιδιαίτερα επίκαιρου ντοκιμαντέρ «Sea Sorrow», έναν εμφατικό προσωπικό στοχασμό στην παγκόσμια προσφυγική κρίση που «θα λέει την αλήθεια και θα αποτίει φόρο τιμής σε όσους υποφέρουν», όπως δήλωσε η ίδια η ογδοντάχρονη δημιουργός της.
Η γυναίκα που έχει χαρακτηριστεί από τους Άρθουρ Μίλερ και Τένεσι Ουίλιαμς ως «η σπουδαιότερη ηθοποιός εν ζωή της εποχής μας», γεννήθηκε στο Γκρίνουιτς του Λονδίνου από οικογένεια θεατρανθρώπων και γρήγορα προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό με τις ερμηνείες της στο θέατρο και τον κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του ΄50. Η τεράστια υποκριτική της ευελιξία όπως και η τόλμη της να υποδυθεί τους πλέον απαιτητικούς ρόλους, πήγαινε από την αρχή χέρι-χέρι με την ακτιβιστική πολιτική της δράση. Υπέρμαχος της ανεξαρτησίας των Παλαιστινίων και της Βόρειας Ιρλανδίας, ενάντια σε κάθε μορφής στρατιωτική επέμβαση, σθεναρός υπερασπιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
«Μεγάλωσα στους κόλπους μιας οικογένειας, αυτής των Ρεντγκρέιβ, όπου ο σοσιαλισμός ήταν θρησκεία, τρόπος ζωής στην καθημερινότητα, μια αξία ενάντια σε κάθε είδους ρατσισμό και βία» δηλώνει στην αυτοβιογραφία της που έγινε ανάρπαστη σε Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α., αμέσως μόλις κυκλοφόρησε. Η ζωή της ωστόσο σημαδεύτηκε και από μεγάλες προσωπικές τραγωδίες, όταν μέσα σε 14 μήνες τις χρονιές 2009-2010 έχασε την κόρη της Νατάσα Ρίτσαρσον (επίσης ηθοποιός, παντρεμένη με τον Λίαμ Νίσον) από ένα απρόσμενο ατύχημα, όπως και τα δύο μικρότερα σε ηλικία αδέρφια της, Κόριν και Λίν (η τελευταία είχε πρωταγωνιστήσει μαζί με την μεγαλύτερη αδερφή της στη σπουδαία θεατρική παράσταση «Οι Τρεις Αδερφές» του Αντόν Τσέχοφ, το 1991 στο Λονδίνο).
Πρωταγωνιστώντας σε περισσότερες από 80 ταινίες και έχοντας λάβει 6 φορές υποψηφιότητα για Όσκαρ Ερμηνείας (το κέρδισε τελικά το 1977 με το «Τζούλια» του Φρεντ Τσίνεμαν), θεωρείται μία από τις τελευταίες θρυλικές μορφές του θεάτρου και του κινηματογράφου, με τα βαθιά και υγρά καταγάλανα μάτια της να αποτελούν πάντα σήμα κατατεθέν της και το αστείρευτο ερμηνευτικό της ταλέντο να πλαισιώνεται από μια κοινωνικά ενεργή προσωπικότητα που δεν δίστασε να κάνει στην άκρη την πολιτική ορθότητα και να αναλάβει αγωνιστική δράση, υπερασπίζοντας με πάθος και ευθύτητα τις ιδέες και τα πιστεύω της.
«Blow-Up», 1966
« Ας μην ξεχνάμε τον Αντονιόνι, που με διάλεξε να παίξω στο Blow-up παρά το αταίριαστο ύψος μου -1,80- τον καιρό που ακόμα ονειρευόμουνα να γίνω μπαλαρίνα». Η Ρεντγκρέιβ παραδίδει μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της καριέρας της, καθρεφτίζοντας την παλλόμενη ένταση και τη μυστηριώδη εκφραστικότητα του χαρακτήρα της στην ταινία-σκάνδαλο των 60s, που αντιτάχθηκε στη λογοκρισία των στούντιο του Χόλιγουντ (και τον περίφημο Κώδικα Χέιζ) προβάλλοντας τολμηρές σκηνές σεξουαλικού περιεχομένου, αναγκάζοντας τελικά έμμεσα την κατάργησή του εξ αιτίας της μεγάλης εμπορικής και καλλιτεχνικής επιτυχίας της.
«Ισιδώρα», 1968
Η Ρεντγκρέιβ εισπράττει τη δεύτερη υποψηφιότητά της για Όσκαρ (κερδίζοντας ταυτόχρονα το Πρώτο Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στις Κάννες), χαρίζοντας μια θαυμάσια και τολμηρή περφόρμανς στον ομώνυμο ρόλο της κινηματογραφικής βιογραφίας της «ξυπόλυτης χορεύτριας» -και για πολλούς μητέρας του σύγχρονου χορού- Ισιδώρα Ντάνκαν. Αξέχαστη δε, μένει η σκηνή στην οποία η αντισυμβατική μπαλαρίνα σκανδαλίζει και σοκάρει, δίνοντας παράσταση γυμνόστηθη μπροστά στο συντηρητικό κοινό της Βοστόνης και φωνάζοντας εκστασιασμένη: «Το σώμα μου είναι όμορφο! Το σώμα μου είναι ελεύθερο!»
«Τρωάδες», 1971
Συμπρωταγωνιστώντας με τις και Κάθριν Χέπμπορν και Ειρήνη Παππά στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, η Ρεντγκρείβ βυθίζεται ολοκληρωτικά στην τραγωδία της Ανδρομάχης, σε μια ταινία που προκάλεσε αντιρρήσεις για τη χρήση της αγγλικής γλώσσας, χωρίς ωστόσο να χάνουν σε δύναμη η σπαρακτικότητα οι αιώνιες φράσεις του αρχικού κειμένου. Ο δε εξόδιος ύμνος του νεκρού Αστυάνακτα (θυμίζοντας τρισάγιο ορθόδοξου τυπικού) προκαλεί ακόμη ρίγος στη θέασή της.
«Τζούλια», 1977
Η τελευταία ταινία του θρυλικού δημιουργού Φρέντ Τσίνεμαν («Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», «Όσο υπάρχουν άνθρωποι») έλαβε διθυραμβικές κριτικές μαζί με 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ (αυτό της καλύτερης ταινίας το έχασε τελικά από τον «Νευρικό Εραστή» του Γούντι Άλεν) χαρίζοντας στη Ρεντγκρέιβ το βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου στο ρόλο της Τζούλια, μέλους της αντίστασης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και παιδικής φίλης της σπουδαίας Αμερικανίδας δραματουργού Λίλιαν Χέλμαν (Τζέιν Φόντα), στην αυτοβιογραφία της οποίας ήταν βασισμένο το φιλμ.
Ο ευχαριστήριος λόγος της ηθοποιού όμως είναι αυτός που έμεινε στα κινηματογραφικά χρονικά, ίσως περισσότερο και από την ίδια την ταινία, αφού η πάγια πολιτική στάση της υπέρ της ανεξαρτησίας της Παλαιστίνης οδήγησαν σε εξαγριωμένες διαδηλώσεις μέλη της Εβραϊκής Αμυντικής Ένωσης (ΕΑΕ), οι οποίοι τάχθηκαν εναντίον της διάσημης ηθοποιού «που υπερασπιζόταν τους Παλαιστίνιους». Η ίδια της, όταν παρέλαβε το αγαλματίδιο δεν αρκέστηκε στο να ευχαριστήσει τυπικά την Ακαδημία, αλλά αντιτάχθηκε με αιχμηρό τρόπο απέναντι στους «σιωνιστές χούλιγκαν που αποτελούν προσβολή προς όλους τους Εβραίους και τον ηρωικό τους αγώνα ενάντια στον φασισμό και την καταπίεση». Χαρακτηριστικό του κλίματος που ακολούθησε είναι το γεγονός ότι ο παρουσιαστής της βραδιάς και σεναριογράφος Πάντι Τσαγιέφσκι απευθύνθηκε, φανερά ενοχλημένος, στους παρευρισκόμενους λέγοντας ότι «Έχω βαρεθεί και σιχαθεί ανθρώπους που εκμεταλλεύονται τα βραβεία της Ακαδημίας για να προβάλλουν την δική τους προπαγάνδα …»
«Οι Βοστονέζοι», 1984
Η πρώτη συνεργασία της ηθοποιού με τον μετρ των ταινιών εποχής Τζέιμς Άιβορι («Τα Απομεινάρια μιας Μέρας») της απέφερε ακόμη μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, ερμηνεύοντας με γοητευτική εκφραστικότητα μια μεσήλικα φεμινίστρια στο πλευρό του αδικοχαμένου Κρίστοφερ Ριβ, με τον οποίο και συνδέθηκε με βαθιά φιλία από τότε, χαρακτηρίζοντάς τον ως «ένα παλικάρι με μεγάλη γενναιοδωρία και ανθρωπιά».
«Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ» 1992
Η τρίτη κινηματογραφική μεταφορά μυθιστορήματος του Έντουαρντ Φόρστερ από το θρυλικό δίδυμο Άιβορι - Μέρτσαντ το οποίο έβαλε τη δική του σφραγίδα στον κινηματογράφο για περίπου 25 χρόνια, αποτελεί μάλλον και την κορύφωση της καριέρας του ταλαντούχου σκηνοθέτη, ο οποίος εδώ χτίζει τις δραματικές ιστορίες τριών οικογενειών (κυριολεκτικά και μεταφορικά) γύρω από το διάσημο πλέον βρετανικό εξοχικό σπίτι. Κρυφές επιθυμίες, πάθη, εμμονές και ενοχικές ψευδαισθήσεις ξεδιπλώνονται μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο Βικτοριανής εποχής, σε μια ταινία στην οποία έλαμψε κυρίως το άστρο της (τελικά βραβευμένης με Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου) Έμα Τόμσον.
«Κοριολανός», 2011
Μεταφέροντας ένα από τα πιο άγρια και αιμοδιψή έργα του Σαίξπηρ στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, ο πάντα υπέροχος Ρέιφ Φάινς σκηνοθετεί μια τολμηρή κινηματογραφική διασκευή που διασώζει τον Σαιξπηρικό λόγο, αφαιρώντας παράλληλα μεγάλο μέρος του αναχρονιστικού στόμφου και της ίσως υπερβολικής θεατρικότητας. Ο Φάινς είναι εφιαλτικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ η Ρεντγκρέιβ λάμπει ερμηνεύοντας την επιτομή της μητριαρχικής και ταυτόχρονα οιδιπόδειας φιγούρας που ελέγχει υπόγεια αλλά απόλυτα τον εμμονικά διψασμένο για εξουσία γιο της.





