Ένας μεγάλος μου φόβος είναι ότι το γουέστερν σύντομα θα εξαφανιστεί εντελώς από τις σινεφίλ προτιμήσεις και από την κινηματογραφική επικαιρότητα, θα το παραμερίσουν ακόμα και έντυπα και ιστοσελίδες του κλάδου. Εκτός Αμερικής θεωρείται εντελώς «αμερικάνικο», άρα δεν αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία του φιλοθεάμονος κοινού. Εντός Αμερικής, η μυθολογία της Άγριας Δύσης φαίνεται να έχει χάσει τη γοητεία της. Έχει αντικατασταθεί εδώ και καιρό από εκείνη των υπερηρώων. Στα ‘80s και στα ‘90s έδωσε την σκυτάλη στους «ραμποειδείς» χαρακτήρες, όπως υποτιμητικά αποκαλούσε τότε η εγχώρια κριτική τους σχετικούς, μυώδεις (υπερ)ήρωες δράσης, από τα ‘00s κι έπειτα τα ηνία ανέλαβαν οι κόμικ υπερήρωες. Το αποτέλεσμα είναι ένα κάποτε δημοφιλές είδος να κινδυνεύει να καταστεί μουσειακό είδος, ίσως και να χαθεί για πάντα, σαν το ιπποτικό μυθιστόρημα. Και θα είναι μεγάλο κρίμα.
Θα είναι κρίμα, επειδή το γουέστερν είναι μόνο η φόρμα, ώστε οι δημιουργοί να αφηγηθούν συναρπαστικές ιστορίες, που δυνητικά αφορούν τον καθένα μας. Πάρτε για παράδειγμα την «Καταραμένη Κοιλάδα» («The Man From Laramie», 1955) του Άντονι Μαν. Στην ταινία υπάρχουν, φυσικά, δομικά στοιχεία του είδους, όπως ο ξένος, η ιδιοκτησία, οι Απάτσι κ.ο.κ. Ο Μαν, όμως, θέλει να αφηγηθεί εν πρώτοις μια ιστορία εκδίκησης και ένα δράμα σαιξπηρικών αποχρώσεων. Από τη μία έχεις τον ξένο του Τζέιμς Στιούαρτ, τον «άνδρα που έρχεται από το Λάραμι», για να εντοπίσει τον άνθρωπο που πώλησε καραμπίνες στους Απάτσι και οδήγησε στον θάνατο του μικρού αδερφού του, ως μέλους μιας μεραρχίας ιππικού που δέχτηκε επίθεση στα μέρη εκείνα. Κι από την άλλη έχεις έναν πατέρα και δυο γιούς, έναν εξ’ αίματος, έναν «θετό», να συνθέτουν ένα τρίγωνο συγκρούσεων, εξουσιαστικών παιχνιδιών και προδοσίας.
...ο Μαν υπογραμμίζει, αλλά και υπονομεύει τον αρσενικό ανταγωνισμό των χαρακτήρων του...
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η ταινία που έχει στο μυαλό του ο Μαν είναι άλλη, την υποδεικνύει ο πρωτότυπος τίτλος – είναι the MAN from Laramie. Η ιστορία που θέλει να αφηγηθεί είναι μια ιστορία αρσενικού ανταγωνισμού. Αν η κοιλάδα είναι «καταραμένη», όπως μας επισημαίνει ο ελληνικός τίτλος, την καταράστηκε η αρρενωπότητα, με όσα νοσηρά τη συνοδεύουν και κληρονομούνται από πατέρα προς γιο, χαράσσοντας μια αδιάκοπη γραμμή αίματος. «Βλέπω ένα όνειρο ότι θα έρθει ένας ψηλός άντρας και θα σκοτώσει αυτό που αγαπώ περισσότερο, τον γιο μου τον Ντέιβ», λέει ο γαιοκτήμονας στο έργο. Δεν είναι ο γιος του ως πρόσωπο αυτό που τον ανησυχεί ότι θα χαθεί, αλλά ο γιος του ως φυσική συνέχεια, ως προέκταση της αρσενικής του φύσης. Ο Άντονι Μαν, που είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να αφηγηθεί μια τέτοια ιστορία και μόνο λόγω ονόματος – λέγεται Man(n), διάολε- , παίζει διαρκώς με αυτό το μοτίβο στην ταινία, μετά του διευθυντή φωτογραφίας Τσαρλς Λανγκ. Όποτε εμφανίζεται ένας άνδρας στο βάθος του σινεμασκόπ κάδρου, έρχεται για να επιβάλλει τον ανδρισμό του, για να εξαπολύσει την οργή του ή να σκοτώσει. Κι όποτε εξαφανίζεται στο βάθος του κάδρου, συνήθως το κάνει ταπεινωμένος από την ήττα του, με τα σύννεφα στον ουρανό να σιγοντάρουν τα συναισθήματα του.
Περίπου στην αρχή της ταινίας, στην σκηνή που ο χαρακτήρας του Τζέιμς Στιούαρτ κι εκείνος του Άρθουρ Κένεντι μονομαχούν με γροθιές και κυλιούνται στο χώμα σαν παιδιά, στο ηχοτόπιο κυριαρχεί ο ήχος των βοοειδών. Ο εν λόγω ήχος θα επανέλθει διακριτικά λίγο μετά, όταν ο Στιούαρτ θα εξομολογηθεί την οργή του στην κτηνοτρόφο της Αλίν ΜακΜάχον. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο Μαν υπογραμμίζει, αλλά και υπονομεύει τον αρσενικό ανταγωνισμό των χαρακτήρων του και μια ένδειξη εκείνων που τον καθιστούν ανάμεσα στους κορυφαίους σκηνοθέτες της αμερικανικής κινηματογραφίας.
Στο πρόσωπο του Στιούαρτ δε, ο Μαν είχε βρει τον ιδανικό πρωταγωνιστή για να φέρει στο είδος του γουέστερν τον έντονο ψυχολογισμό και, παραδόξως, την ηθική αμφισημία. Παρά τα όσα παραπλανητικά λέει το τραγούδι των τίτλων, τίποτα ηρωικό δεν έχει ο ήρωας της ταινίας, ίσως μόνο την σκιά ενός περασμένου ηρωισμού. Το βαθύ γαλάζιο των ματιών του Στιούαρτ, κάποτε συνώνυμο ευγένειας και εντιμότητας, εδώ έχει μόνο την ένταση της οργής, την εμμονή της εκδίκησης. Είναι απαραίτητη, όμως, η περσόνα του Στιούαρτ, γιατί με το ευγενικό παρουσιαστικό της και το ηθικό βάρος που κουβαλά, γίνεται σαφής η ψυχολογική σύγκρουση και η αμφιβολία των χαρακτήρων για τη δράση τους– αν την έφερνες σε κάποιον σαν τον Τζον Γουέιν ή τον Ράντολφ Σκοτ, θα θεωρούσες δεδομένη την αντίδρασή του- και ταυτόχρονα πολλαπλασιάζεται η βαρύτητα των δεινών που τους έχει βρει. Οι ήρωες που υποδύεται ο Στιούαρτ στα γουέστερν του Μαν δεν είναι τίποτα άλλο από την πιθανή κατάληξη ενός καλού ανθρώπου εάν τον έβρισκαν λίγες παραπάνω άσχημες μέρες από εκείνες που μπορούσε να αντέξει κι αν δεν υπήρχε ένας ουρανοκατέβατος Κλάρενς - ο άγγελος του «Μια Υπέροχη Ζωή»- για να τον φέρει στον ίσιο δρόμο. Η κοινή τους γουέστερν φιλμογραφία είναι πραγματικά έκτακτη και η «Καταραμένη Κοιλάδα» βρίσκεται στην κορυφή της.
THE MAN FROM LARAMIE
ΗΠΑ, 1955
Σκηνοθεσία:Άντονι Μαν Σενάριο:Φρανκ Μπερτ, Φίλιπ Γιόρνταν Φωτογραφία: Τσαρλς Λανγκ Μουσική: Τζορτζ Ντένινγκ Πρωταγωνιστούν: Τζέιμς Στιούαρτ, Άρθουρ Κένεντι, Ντόναλντ Κρισπ, Κάθι Ο’Ντόνελ Διάρκεια: 103’





