Τα κριτήρια της λίστας αυτής θα είναι δύο. Το ένα το επιβάλλουμε για να ταιριάξει με την αφορμή μας και είναι η συνθήκη οικονομικής συμμετοχής αμερικανικών στούντιο στην παραγωγή. Το άλλο, πάγιο αυτό, να μας αρέσει η ταινία ανεξαρτήτως του απόηχου της εποχής της ή της καθεστωτικής κριτικής άποψης. Άλλωστε το Χόλιγουντ, που μόνο αδαείς θεωρούν «αμερικανικό» σινεμά, υπήρξε από τις αρχές του 20ού αιώνα μια χοάνη σύμπλεξης πολιτισμών, ένα καταφύγιο αλλά και μία μίτρα κοπής παγκόσμιου κινηματογράφου.
Προεξαρχόντων κεντρο-και ανατολικοευρωπαίων σκηνοθετών (και οπωσδήποτε όχι μόνο, υπάρχει και πληθώρα τεχνικών και ηθοποιών) που χάρισαν την εμπειρία, την αισθητική και το γόητρο του αλλιώτικα πολιτισμένου «Παλαιού Κόσμου», το Χόλιγουντ χτίστηκε από τους μετανάστες του, καλλιτέχνες που βρήκαν καταφύγιο, θαλπωρή ή απλώς ένα… στοίχημα καριέρας και κατάφεραν να εμβολιάσουν το σημαντικότερο σινεμά της ιστορίας με ό,τι απαραίτητο.
Ξεκινάμε:
«Η Αυγή» («Sunrise: A Song of Two Humans», 1927) του Φρίντριχ Μουρνάου
Ο Μουρνάου κατέφθασε στην Αμερική μετά από εν Γερμανία θριάμβους («Φάουστ», «Νοσφεράτου», «Ο Τελευταίος των Ανθρώπων») για λογαριασμό της Φοξ, προδρόμου της 20th Century. «Η Αυγή» συγκαταλέγεται στις ωραιότερες και σημαντικότερες στιγμές του κινηματογράφου, είναι η ευτυχέστερη της λίστας, η εμπορική αποτυχία όμως στοίχισε την καλλιτεχνική ελευθερία στον σκηνοθέτη. Θα γύριζε τρεις ακόμα ταινίες στην Αμερική πριν τον πρόωρο θάνατό του στα 42 του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα (μεταξύ των οποίων και το ονειρεμένο «Ταμπού» του 1931), όμως είναι η «Αυγή» που με τις καινοτομίες (η πρώτη ταινία με πάνω της γραμμένο soundtrack!) και την αφηγηματική της ευεξία που σημαδεύει την αμερικανική του περίοδο.
«Οργισμένος Γίγαντας» («Fury», 1936) του Φριτς Λανγκ
Η μυθιστορηματική απόδραση του Λανγκ από τη ναζιστική Γερμανία, τον έφερε πρώτα στη Γαλλία για ένα βραχύ διάστημα (έκανε κι ένα έργο εκεί) κι εν συνεχεία στην Αμερική, όπου για λογαριασμό της MGM υπέγραψε με τον «Οργισμένο Γίγαντα» την αρχή της δεύτερης μεγάλης καμπής της καριέρας του. Οι κριτικοί περνούν θαυμάσιο nerd time συζητώντας αν η γερμανική ή η αμερικανική περίοδος είναι η καλύτερη, όσο κι αν αγαπάται η δεύτερη ο Λανγκ κατέφθασε έχοντας κάνει στη Γερμανία, «Μαμπούζε», «Μ», «Μετρόπολις», «Γυναίκα στη Σελήνη», «Κατασκόπους», «Νιμπελούγκεν», φιλμογραφία που αρκεί να τον βάλει στους 10 μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών και να τον δικαιολογεί σαν αφετηρία του σύγχρονου Χόλιγουντ. Υπό αυτές τις συνθήκες ο «Οργισμένος Γίγαντας» είναι μια συμβατική ταινία, θαυμάσια βέβαια στην κουβέντα της για την αυτοδικία και τον όχλο αλλά μακροσκοπικά συμβατική. Λατρεύεται κι έτσι πάντως.
«Ματωμένος Βάλτος» («Swamp Water», 1941), του Ζαν Ρενουάρ
Δυο χρόνια μετά τον «Κανόνα του Παιχνιδιού» όλα είχαν αλλάξει στην αγαπημένη Γαλλία του Ρενουάρ, βασικότερο των οποίων η κατάληψή της από τους Ναζί, γεγονός που καθιστούσε την παραμονή του σκηνοθέτη στα πάτρια αδύνατη. Η αναγκαστική εξορία στις ΗΠΑ έγινε υπό την αιγίδα του Ντάριλ Ζάνουκ, ενός φοβερά επεμβατικού παραγωγού που σκοτώθηκε αμέσως με τον Ρενουάρ για τον χώρο των γυρισμάτων. Μ’ ένα έξοχο καστ (Γουόλτερ Χιούστον, Γουόλτερ Μπρέναν, Ντέινα Άντριους και Αν Μπάξτερ) και γυρίσματα στον αμερικάνικό Νότο (η αιτία του καυγά), το «Swamp» δεν πολυάρεσε στους κριτικούς, δεν είναι να συγκριθεί με τις καλύτερες στιγμές του Ρενουάρ, αλλά με δεδομένη την αδικία του ότι οι καλύτερές του στιγμές συγκαταλέγονται και στις καλύτερες της ιστορίας γενικώς, το έργο είναι ωραιότατο. Σπουδή χαρακτήρων κι έξοχου κινητικού στυλ, επίσης, ροής και τέμπο, που ο Ρενουάρ υπήρξε αξεπέραστος βιρτουόζος, χωρίς τα εφετζίδικα δεκανίκια των σημερινών. Απλά πράγματα. Πάντως ο καιρός του Ρενουάρ στο Χόλιγουντ δεν ήταν ευτυχής, γύρισε μερικές ταινίες ακόμα και μετά τον κατακερματισμό του (ωραίου) «Woman on the Beach» (1947) έφυγε τρέχοντας από το Χόλιγουντ.
«Στρόμπολι, Η Γη του Θεού» («Stromboli», 1950) του Ρομπέρτο Ροσελίνι
Η πρώτη και μοναδική δουλειά του Ροσελίνι (και) με αμερικάνικα χρήματα (του Χάουαρντ Χιουζ της RKO), δεν ανήκει στα επίσημα αριστουργήματα του σκηνοθέτη, ιδίως στην εποχή της αντιμετωπίστηκε περισσότερο αρνητικά παρά ευνοϊκά και είναι φυσικά γνωστή περισσότερο για το σκανδαλώδες κομμάτι της. Η Μπέργκμαν δεν πρέπει να είχε ολοκληρώσει καλά-καλά τα γυρίσματα στον «Αστερισμό του Αιγόκερω» του Χίτσκοκ, όταν φλέρταρε κινηματογραφικά με τον Ροσελίνι, φλερτ που δεν άργησε να μετατραπεί σε θυελλώδες ειδύλλιο που στοίχισε στην Μανιάνι τον ρόλο στο «Στρόμπολι», δυο διαζύγια, οικτρή απήχηση στις ηθικοπλασμένες ΗΠΑ αλλά και μια σειρά έργων υπεράξιων μνείας και εκτίμησης. Το «Στρόμπολι» έχει τρεις βερσιόν, εξού και είναι στη λίστα λόγω της αμερικανικής και διαθέτει μια Μπέργκμαν μεθυστικής ομορφιάς και ελευθερωμένης ερμηνείας σε μια ιστορία αβάσταχτου γάμου και αφτιασίδωτης φυσικής καλλονής στις ηφαιστειογενείς Αιολίδες Νήσους.
«Blow Up» (1966) του Μικελάντζελο Αντονιόνι
Να προλάβουμε τους μελετηρούς: Τούτο δεν είναι το πρώτο έργο του Αντονιόνι με αμερικάνικο χρήμα, η «Κραυγή» του ’57 είχε κι αυτή ένα υπερατλαντικό μερτικό. Θα προσμετρήσουμε τούτο λόγω major υποστήριξης από την MGM.
Για έναν τόσο κινηματογραφικό κι ελλειπτικό σκηνοθέτη η μετάβαση θα αναμενόταν άνετη, παραήταν τελικά, αν με ρωτάς αυτή ήταν καλύτερη ως τότε ταινία του σκηνοθέτη, ίσως ακόμα-ακόμα και η καλύτερη της ένδοξης καριέρας του. Το «Blow Up» συλλαμβάνει τον πυρετό του swinging Λονδίνου, φυλακίζει το art house πνεύμα μιας σεισμικής εποχής, φωτογραφίζει την κουλτούρα και μετά γίνεται αριστούργημα πάνω στην σχετικότητα, τον μοντερνισμό και την Εικόνα (δηλαδή το σινεμά) σαν μέσου εντοπισμού και κατανόησης μιας αποδρώσας αλήθειας. Στα λοιπά, σπουδαία εισιτήρια, πλήρες γυμνό για πρώτη φορά, τέλεια trivia (Μπεκ και Πέιτζ μαζί στους Yardbirds, o Αντονιόνι να περνάει με σπρέι το γρασίδι για να πετύχει το χρώμα που ήθελε και λοιπά) κι ένα φινάλε-αρχέτυπο του κοιταζόμαστε κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Δεν πειράζει, όπως έλεγε κι ο Αντονιόνι μια ταινία που μπορείς να περιγράφεις με λέξεις δεν είναι καλή ταινία.
«Επαφή» («The Touch», 1971) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη στα αγγλικά, μια ταινία που (κλασικά) ο Μπέργκμαν είχε πολλούς δισταγμούς να ξεκινήσει και η πρώτη του που περιέχει έναν Αμερικανό στο καστ, τον Έλιοτ Γκουλντ. Στους κριτικούς δεν αρέσει, είναι κάπως άνισο είναι η αλήθεια ανάμεσα στις δυο πρώτες πράξεις και την τρίτη, τα εισιτήρια ήταν καταστροφικά, είναι όμως και υποδειγματικός Μπέργκμαν στις καλές του στιγμές, με έναν ακόμα θαυμάσια γραμμένο και παιγμένο ρόλο από την Μπίμπι Άντερσον. Είναι επίσης η τελευταία συνεργασία με τον Μαξ φον Σίντοφ ενώ αχρείαστο να πούμε πως ο Γούντι Άλεν στις ‘80ς δραματικές στιγμές του το έχει αντί ευαγγελίου το έργο. Οι θιασώτες μόνο να κερδίσουν έχουν ψάχνοντάς το, ενώ συναρπαστικό παραμένει, ως είθισται, το πώς «αποτυγχάνει» μια ιδιοφυία, σε μια περίοδο τυπικής συναισθηματικής αρρυθμίας μετά από το ’60 της μεγάλης δόξας. Ο Μπέργκμαν θα επέστρεφε για μια ακόμη φορά στο αγγλόφωνο σινεμά, λίγα χρόνια μετά, με το εξίσου αρνητικά δεκτό «Αυγό του Φιδιού».
«Ιδιωτικός Ντετέκτιβ Χάμετ» («Hammett», 1982) του Βιμ Βέντερς
Μετά τον «Αμερικάνο Φίλο», που ήταν μια γερμανική παραγωγή κι έδειχνε τα λοξοκοιτάγματα του Βιμ Βέντερς στην αμερικανική κουλτούρα, ήρθε η ώρα τούτου εδώ, μιας ταινίας που κι αν πνίγηκε στην κατακραυγή και την εισπρακτική αποτυχία, είμαστε εμείς που την στηρίζουμε σθεναρά. Στην παραγωγή η Zoetrope του Φράνσις Φορντ Κόπολα, εκείνο το θαυμάσιο όνειρο μιας δεύτερης United Artists που θα στέγαζε καλλιτέχνες με τα σχέδιά τους (πνίγηκε στην μεγαλομανία του Κόπολα και την εισπρακτική αποτυχία έργων σαν και αυτό), για μια ταινία που και τώρα δεν είσαι σίγουρος ποιος σκηνοθέτησε τελικά. Κόπολα και Βέντερς τσακώθηκαν, λέγεται, στα γυρίσματα, το cut του Βέντερς δεν πέρασε, φήμες θέλουν όλο το έργο να σκηνοθετήθηκε από τον Κόπολα τελικά. Η αλήθεια κάπου στη μέση πρέπει να βρίσκεται, ο Βέντερς σε πρόσφατη συνέντευξη παίρνει το credit της …αποτυχίας του, γεγονός παραμένει πως το «Χάμετ», είναι ένα ιδιότροπο, συναρπαστικό χάος που σε κάνει να ψάχνεις ποιος έκανε τι, την ίδια στιγμή που σε βυθίζει σε μια μοντέρνα ρετροφανή αποτύπωση της νουάρ ιστορίας του.
«Λογική κι Ευαισθησία» («Sense and Sensibility», 1995) του Άνγκ Λι
Ίσως η πιο ευτυχής περίπτωση ντεμπούτου από τα αναφερόμενα, τουλάχιστον σε ότι αφορά στον αρμονικό γάμο του σκηνοθέτη με την βιομηχανία. Ένας Ταϊβανέζος διασκευάζει Τζέιν Όστεν σε σενάριο Έμα Τόμσον (πήρε κι ένα Όσκαρ), χρειάζεται η ομπρέλα ενός στούντιο για να διασφαλιστεί μια ομοιογένεια, να όμως που προκύπτει διάνοια στην καρέκλα και άριστα έπραξαν οι παραγωγοί να τον καλέσουν βλέποντας το «Γαμήλιο Γεύμα». Ο Λι είναι τεράστιος σκηνοθέτης, είναι τέτοια η εποχή μας που ξεχνά γρήγορα και δεν βιώνει τις εκτιμήσεις της, όμως η δουλειά του εδώ είναι κατατεθέν σήμα της σκηνοθετικής του πλαστικότητας. Από έναν σκηνοθέτη που έμαθε περί του διάσημου βιβλίου από το σενάριο της Έμα Τόμσον (που παρολίγο να το χάσει, ο Στέφεν Φράι της το έσωσε στον υπολογιστή – εξού το ευχαριστήριο των τίτλων), ο άθλος δεν είναι ευκαταφρόνητος. Και η μετέπειτα καριέρα του («Παγοθύελλα», «Χαλκ», «Η Ζωή του Πί») θα το διατυμπάνιζε.
«21 Γραμμάρια» («21 Grams», 2003) του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιάριτου
Στα χαρτιά του υπογράφοντος η μακράν καλύτερη ταινία του Μεξικανού σκηνοθέτη της, ένα έργο σχεδόν αυθάδειας και ασυμβίβαστης τόλμης για έναν πρώτη φορά φιλοξενούμενο στο Χόλιγουντ (συγκριτικά ο συμπατριώτης του Αλφόνσο Κουαρόν έκανε για πρώτη του ταινία την «Μικρή Πριγκίπισσα» - ωραιότατη αλλά δεν είναι ίδιο το στοίχημα…), με τρεις κεντρικές ερμηνείες η μια καλύτερη από την άλλη. Ο Ινιάριτου εμβαθύνει στο χωράφι των εμμονών του (τη μοίρα, την ενοχή, την αυτολύπηση, το τραύμα, την αγάπη, την ψυχή και το βάρος της), μοντάρει καταπληκτικά το χρονολογικό πηγαινέλα και παραδίδει ένα έργο που εκτιμήθηκε αρκετά ώστε να οικοδομήσει τις σχέσεις του με την βιομηχανία. Σον Πεν, Ναόμι Γουάτς και Μπενίτσιο ντελ Τόρο σπάνια υπήρξαν καλύτεροι.
«Ο Επίμονος Κηπουρός» («The Constant Gardener», 2005) του Φερνάντο Μεϊρέγιες
Ο Τζον Λε Καρέ έχει ευτυχήσει στο σινεμά («Ο Κατάσκοπος Που Γύρισε Απ’ το Κρύο», «Ρωσική Εστία», «Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» - ο Άλφρεντσον έμεινε έξω από τη λίστα μας γιατί αυτό είναι αγγλικό) και η ταινία του Βραζιλιάνου Μεϊρέγιες αμέσως μετά την παταγωδώς υπερτιμημένη «Πόλη του Θεού», δεν υπήρξε εξαίρεση. Με το νευρώδες, σαν ασθματικό του γύρισμα, τα PoV πλάνα (ο Ρέιφ Φάινς γύρισε τα δικά του!), τον στοχασμό και τα χτυπήματα της μνήμης, τον σιωπηλό, επίμονο οδυρμό της απώλειας, τα δαιδαλώδη του Λε Καρέ που τελικά όλα τους αποκρυσταλλώνονται στην απελπισία και την σβησμένη ανθρωπιά, σχεδόν όλα εδώ βρίσκουν το ζενίθ του Μεϊρέγιες, που στην συνέχεια θα έκανε μόνο απογοητεύσεις και τελετές έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων. Σε αναμονή της διάψευσής μας, τουλάχιστον.





