Γιώργος Γεωργόπουλος: «Το ταλέντο και οι συνθήκες για τον κινηματογράφο είδους υπάρχουν στο ελληνικό σινεμά»

Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας του «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» ο σκηνοθέτης Γιώργος Γεωργόπουλος μας μίλησε για τον κινηματογράφο είδους στην Ελλάδα, τις προσωπικές του επιρροές και εκείνο το κομμάτι που όλοι θα σιγοτραγουδάμε πλέον στις προπονήσεις μας.

Συνέντευξη στην Βαρβάρα Κοντονή
Γιώργος Γεωργόπουλος: «Το ταλέντο και οι συνθήκες για τον κινηματογράφο είδους υπάρχουν στο ελληνικό σινεμά»

Μετά την εξαιρετική της πορεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όπου έλαβε πέντε βραβεία και αποτέλεσε το talk of the town για κοινό και κριτικούς, το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου.  

Η ταινία ακολουθεί τη Δάφνη μια ανερχόμενη τζουντόκα που φτάνει από την Ικαρία στην Αθήνα προκειμένου να κυνηγήσει το όνειρό της. Εκεί θα μαθητεύσει στο πλευρό του προπονητή Γιούρι ο οποίος επιστρέφει στην ενεργό δράση μετά από χρόνια απουσίας από τον χώρο, με τους λόγους της εξαφάνισής του να καλύπτονται από ένα πέπλο μυστηρίου.  

Πώς αποφάσισες να κάνεις μια ταινία είδους και δη αθλητική; Η ερώτησή μου έρχεται από το γεγονός ότι οι Έλληνες δημιουργοί δεν δοκιμάζονται τόσο συχνά στο σινεμά είδους και εσύ εδώ το κάνεις εξαιρετικά επιτυχημένα. 

Αγαπούσα από μικρός αυτό το είδος. Θεωρούσα δεδομένο πως κάποια στιγμή θα προσπαθήσω να κάνω μία τέτοια ταινία. Αντιλαμβανόμουν βέβαια και το ρίσκο. Στις ταινίες είδους ελλοχεύει και η αθέλητη κωμωδία. Να θέλω Μιγιάγκι και να βγει Θου-Βου. Συνήθως όταν έκανα pitching το story της “Πάττυ” η πρώτη ερώτηση που άκουγα ήταν αν πρόκειται για κωμωδία. Υπήρχε κάποιος αυτοματισμός σε αυτό. Λογικό, γιατί η αλήθεια είναι πως στην Ελλάδα, με το συγκεκριμένο είδος, έχουμε ασχοληθεί περισσότερο την εποχή της βιντεοκασέτας. Μπορώ εύκολα να θυμηθώ ταινίες όπως το “Ράκος νο14”, “Κόκκινο Χρυσό”, “Ο Δρόμος προς τη Δόξα” κ.λ.π. που είχαν στο επίκεντρο της ιστορίας είτε κάποιο μαχητικό άθλημα, είτε μπάσκετ. Υπήρχε μια διάθεση εκμετάλλευσης της επιτυχίας “αντίστοιχων” ξένων αθλητικών ταινιών αλλά και του αντίκτυπου του Eurobasket 1987. 

Σήμερα, νομίζω πως το ελληνικό σινεμά έχει ήδη αρκετά μεγάλη ποικιλία  στις θεματικές του, ιδίως σε σχέση με τον μικρό αριθμό ταινιών που παράγονται κάθε χρόνο. Φαντάζομαι πως σιγά σιγά θα αρχίσει να ασχολείται συχνότερα και με το είδος. Το ταλέντο και οι συνθήκες υπάρχουν ήδη. 

Η Δάφνη είναι ανερχόμενο ταλέντο στο τζούντο, συνεπώς ήθελα να σε ρωτήσω κάτι που μάλλον θα έχεις απαντήσει ήδη πολλές φορές, αλλά γιατί επέλεξες το τζούντο για την ταινία σου; 

Είvαι το άθλημα με το οποίο νιώθω τη μεγαλύτερη οικειότητα καθώς το έχω εξασκήσει για πολλά χρόνια. Αλλά έτσι κι αλλιώς χρειαζόμουν ένα ατομικό άθλημα βασισμένο στη σωματική επαφή για να λειτουργήσει το σενάριο. Δεν είναι και πολλά αυτά. Ακόμα το ηθικό πλαίσιο αυτού του αθλήματος, ο σεβασμός, η αμοιβαία ωφέλεια, μου έδιναν έδαφος για να προσθέσω παραμέτρους στην ιστορία. 

Το τζούντο δεν το βλέπουμε συχνά σε ταινίες. Έχει μεγάλες σωματικές απαιτήσεις σαν άθλημα και ιδιαίτερα δύσκολες τεχνικές. Επίσης οι κανόνες του είναι αρκετά πιο σύνθετοι σε σχέση με άλλα μαχητικά αθλήματα. Προσπάθησα να το παρουσιάσω όσο πιο απλά γίνεται για να μη μένουν απορίες. 

Πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης και μαζί ένα αθλητικό δράμα για ένα underdog το οποίο στηρίζουμε από την αρχή και που βρίσκει ιδανική ενσάρκωση στο πρόσωπο του Μορτ Κλωναράκη. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; 

Προέκυψε με τον τυπικότερο τρόπο που θα μπορούσε. Μέσω casting. Έγινε ένα open call στο οποίο ανταποκρίθηκε. Ήταν αρκετά χρονοβόρα η διαδικασία του casting καθώς αναζητούσαμε πολύ νέο άτομο, φρέσκο πρόσωπο, με κάποια αθλητική εμπειρία, ιδανικά στις πολεμικές τέχνες. Το τελευταίο στάδιο του casting ήταν πάνω στο τατάμι. Χρειάστηκε να δουλέψει πολύ ο Μορτ. Υποκριτικά αλλά και αθλητικά.

Από την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας

Υπάρχει έντονο το κοινωνικό σχόλιο, η ταινία σου θίγει πολλά κακώς κείμενα της ελληνικής, εν προκειμένω, πραγματικότητας, τα οποία όμως προσεγγίζεις με μια διάθεση για αυτοκριτική και τελικά για αντιμετώπιση συλλογική. Πιστεύεις είναι ο αθλητισμός ένα χώρος που μπορεί να βγάλει τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό μας; 

Νομίζω πως σε κάθε χώρο που επικρατεί ανταγωνισμός μπορεί να προκύψουν συμπεριφορές αθέμιτες. Στον αθλητισμό ο ανταγωνισμός φυσικά είναι δεδομένος, προφανής. Είναι και οριοθετημένος όμως. Υπάρχουν σαφείς κανόνες σε κάθε άθλημα και είναι πολύ σαφές όταν κάποιος δεν τους τηρεί. Στην κοινωνία μας δεν είναι δεδομένη αυτή η ξεκάθαρη αρχή σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Από την άλλη είναι και ένας χώρος όπου μπορούν να δημιουργηθούν σχέσεις εξουσίας. Μεταξύ αθλητή και προπονητή ή ακόμα περισσότερο μεταξύ μαθητή και δασκάλου. Μέσα από μία σχέση εξουσίας είναι πιθανό να εμφανιστούν πολύ άσχημες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Αυτή είναι μία συνθήκη βέβαια που μπορεί να συναντήσουμε σε πολλούς χώρους, κυρίως εργασιακούς. Παντού μπορεί να υπάρξει αυτός που θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις. 

Μίλησέ μας λίγο για τις επιρροές της ταινίας και για το πως το κομμάτι «Άνοιξη» θα γίνει το δικό μας «Eye of the Tiger»! 

Ο επιρροές είναι οι προφανείς, τουλάχιστον ως προς τη δομή. Οι αθλητικές ταινίες κυρίως των 80s. Προσπάθησα να κρατήσω όσα στοιχεία μπορούσα από αυτές τις ταινίες και να προσθέσω το κομμάτι της ενηλικίωσης, μία πιο σημερινή προβληματική και έντονο ελληνικό στοιχείο. Στα στοιχεία που κράτησα ήταν φυσικά και τα training montage, τα οποία λατρεύω καθότι και μοντέρ. Εκεί ήρθε και έκατσε και η “‘Άνοιξη”.  Είχα δοκιμάσει και το “Στοιχηματίζω” πάντως. Και αυτό λειτουργούσε ωραία αλλά προτίμησα την “Άνοιξη”. 

Ως προς την επιλογή του ηθοποιού που θα υποδυόταν τον προπονητή Γιούρι, είχες από την αρχή στο μυαλό σου τον – πάντα εξαίρετο – Βαγγέλη Μουρίκη; 

Τον είχα στο μυαλό μου ενώ έγραφα το σενάριο και ήμουν σίγουρος ότι μπορεί να ενσαρκώσει τον Γιούρι έτσι όπως τον φανταζόμουν. Με μία στωικότητα που αρμόζει σε έναν δάσκαλο αυτού του αθλήματος, αλλά και σε έναν άνθρωπο με έντονο τραύμα που όσο ξετυλίγεται η ιστορία έρχεται στην επιφάνεια. Αυτό για το οποίο δε ήμουν σίγουρος ήταν το αν θα δεχτεί να το κάνει. Ευτυχώς δέχτηκε. 

Υπάρχει μια πολύ αστεία στιγμή στην ταινία σου (εκείνη με τα μαλλιά του αθλητή) που μου έφερε στο μυαλό μια σκηνή με παρεμφερές περιεχόμενο από ένα επεισόδιο της σειράς «Parks and Recreations».  

Δεν την γνωρίζω τη σειρά. Αλλά δεν ήταν ασυνήθιστα τέτοια περιστατικά όταν πήγαινα εγώ σχολείο. Έχει συμβεί και σε εμένα και καθώς είχα μακριά μαλλιά θυμάμαι πόσο πολύ με πόνεσε.

INFO

Η ταινία «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» κυκλοφορεί 26 Φεβρουαρίου 2026 στις αίθουσες από την Tanweer.

Twin Peaks Day! Γιατί το «Twin Peaks» είναι ίσως η σημαντικότερη σειρά στα χρονικά της σύγχρονης τηλεόρασης