Γκιόργκι Πάλφι: «Κοιτάζουμε από μια άλλη οπτική γωνία για να κατανοήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο»

Με την «Κότα», ο αθεράπευτα αντισυμβατικός δημιουργός των «Hukkle» και «Taxidermia» στρέφει την κάμερα στο ύψος μιας φτερωτής ηρωίδας και κοιτάζει την Ελλάδα, την ανθρώπινη φύση και την ηθική της ευθύνης μέσα από τους κώδικες της αρχαίας τραγωδίας. Ο Γκιόργκι Πάλφι μιλά στο ΣΙΝΕΜΑ για την ταινία που γύρισε στην Ελλάδα, τη συνεργασία του με τους Έλληνες ηθοποιούς, την παθητικότητα απέναντι στο κακό και την ανάγκη να μετακινήσουμε, έστω για λίγο, τον άνθρωπο από το κέντρο του κόσμου.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα
Γκιόργκι Πάλφι: «Κοιτάζουμε από μια άλλη οπτική γωνία για να κατανοήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο»

Ο Γκιόργκι Πάλφι, ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς δημιουργούς του σύγχρονου ουγγρικού σινεμά, επιστρέφει με την «Κότα» («Hen»), μια ελληνόφωνη αλληγορία που παρακολουθεί μια κότα να δραπετεύει από βιομηχανική φάρμα και να βρίσκει καταφύγιο στην αυλή ενός ετοιμόρροπου εστιατορίου. 

Εκεί ανακαλύπτει τον έρωτα, συγκρούεται με την ιεραρχία του κοτετσιού και προσπαθεί να προστατεύσει τα αυγά της, ενώ γύρω της ξεδιπλώνεται ένας ανθρώπινος κόσμος βίας, διακίνησης ανθρώπων, οικογενειακών δεσμών και ηθικών συμβιβασμών. 

Δίπλα στη φτερωτή πρωταγωνίστρια εμφανίζονται οι Γιάννης Κοκιασμένος, Αργύρης Πανταζάρας, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και Αντώνης Καφετζόπουλος. Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Τορόντο, με Εύφημη Μνεία στο Platform, συνέχισε, μεταξύ άλλων, σε Σαν Σεμπαστιάν, Ρώμη και ήταν η Ταινία Λήξης του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 

Στη συνέντευξή του στο ΣΙΝΕΜΑ, ο Πάλφι μιλά για την Ελλάδα, την αρχαία τραγωδία και την ανθρώπινη ευθύνη. Έχοντας υπογράψει τα «Hukkle» και «Taxidermia», παραμένει πιστός σε ένα σινεμά τολμηρό, σωματικό και απρόβλεπτο που αψηφά σταθερά τα καθιερωμένα κινηματογραφικά είδη.

Η «Κότα» γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου, όπως είχατε δηλώσει, ήταν σχεδόν αδύνατο να χρηματοδοτήσετε μια ταινία στην Ουγγαρία και αναζητούσατε συνειδητά μια ιστορία που θα μπορούσε να γυριστεί οπουδήποτε. Τελικά αυτή η αναγκαστική «εξορία» άλλαξε μόνο τον τόπο παραγωγής ή κι εσάς ως κινηματογραφιστή;

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι κι εγώ αλλάζω διαρκώς. Δεν υπάρχει ποτέ πραγματική ισορροπία, η ζωή σε κρατά συνεχώς σε εγρήγορση. Μέχρι να συνηθίσω τις νέες συνθήκες, έχω ήδη αλλάξει και πρέπει να επαναπροσδιορίσω τα πάντα από την αρχή. Το γεγονός ότι κατέστη αδύνατο να κάνω σινεμά στη χώρα μου με προετοίμασε ώστε να είμαι ανοιχτός σε νέες επιρροές και σε πολιτισμούς διαφορετικούς από το οικείο περιβάλλον μου. Και αυτό είναι που πραγματικά άλλαξε την ταινία. Εφόσον πρόκειται για μια ταινία δημιουργού, και ήθελα να κάνω την καλύτερη δυνατή εκδοχή της, κάθε αλλαγή είναι ορατή στην ταινία. Αν είχε γυριστεί αλλού, θα ήταν μια πολύ διαφορετική ταινία

Έχετε μιλήσει για την παθητικότητα ως μία από τις κεντρικές ηθικές ιδέες της ταινίας: για τους ανθρώπους που δεν διαπράττουν οι ίδιοι το έγκλημα, αλλά επιτρέπουν να συμβεί. Η κότα είναι ίσως ο μοναδικός πραγματικά αθώος παρατηρητής. Ο θεατής, όμως; Τον τοποθετείτε στη θέση της για να τον απαλλάξετε ή, αντίθετα, για να τον κάνετε να αναρωτηθεί για τη δική του συνενοχή;

Στην ταινία, η κότα απαλλάσσεται απ’ όλα ακριβώς επειδή είναι κότα. Στην πραγματικότητα, η ταινία μιλά για αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Και δυστυχώς, εμείς οι άνθρωποι διαθέτουμε μία επιπλέον διάσταση σε σχέση με το ζωικό βασίλειο, είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις και τις αποφάσεις μας και οφείλουμε να σταθμίζουμε τις συνέπειές τους. Ένα ζώο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κότα, θέλει απλώς να επιβιώσει, να φάει, να κοιμηθεί και να αναπαραχθεί. Είναι δυνατόν να ζει έτσι και ένας άνθρωπος, να επιλέξει αυτόν τον τρόπο ζωής ή αυτή την πορεία, αλλά ακόμη και τότε πρέπει να έχει επίγνωση ότι πρόκειται για μια ύπαρξη σαν της κότας.

Έχετε πει ότι μόλις αποφασίσατε να γυρίσετε την ταινία στην Ελλάδα, στραφήκατε συνειδητά στην παράδοση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ποιο στοιχείο της τραγωδίας σας ενδιέφερε περισσότερο εδώ; Η μοίρα, η ύβρις, η ενοχή ή εκείνη η στιγμή όπου ο ήρωας καταλαβαίνει πολύ αργά ότι έπρεπε να είχε δράσει;

Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου στην ταινία είναι ξεκάθαρα ο τραγικός ήρωας. Όταν μας δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ακολουθήσαμε πολύ πιο αυστηρά τις παραδόσεις της αρχαίας τραγωδίας. Το πιο θεμελιώδες στοιχείο της τραγωδίας είναι η απώλεια των αξιών και η στιγμή κατά την οποία ο πρωταγωνιστής διαπράττει το τραγικό σφάλμα που, από εκείνο το σημείο και μετά, καθορίζει τόσο τη δική του μοίρα όσο και τη μοίρα των ανθρώπων γύρω του. Διαπράττει αυτό το τραγικό σφάλμα όταν παραιτείται από τον έλεγχο της ίδιας του της ζωής και τον παραδίδει στην εγκληματική οργάνωση. Στην ταινία βλέπουμε τη στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιεί τη βαρύτητα αυτής της πράξης και προσπαθεί να επανορθώσει, δηλαδή να απελευθερωθεί από την υποδούλωσή του και να ζήσει ξανά μια ζωή αντάξια ενός ανθρώπου. Σύμφωνα με τους κανόνες της κλασικής τραγωδίας, μπορεί πλέον να το πετύχει μόνο με τίμημα την ίδια του τη ζωή.

Στην ταινία υπάρχει η «ιεραρχία του κοτετσιού», αλλά βλέπουμε ταυτόχρονα μια εξίσου βίαιη ανθρώπινη ιεραρχία: οικονομική, οικογενειακή, εγκληματική. Για εσάς η ανάγκη να κυριαρχούμε πάνω σε κάποιον πιο αδύναμο είναι κάτι βιολογικό ή κάτι που κατασκευάζουν οι κοινωνίες μας;

Μπορώ να αναγάγω τα πάντα στη βιολογική αναγκαιότητα. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι αυτό αποτελεί ένα κεντρικό ερώτημα σε όλες τις ταινίες μου. Τι είναι βιολογικά προκαθορισμένο και τι μπορούμε να αποφασίσουμε ή να επιλέξουμε εμείς οι ίδιοι; Σε μια ιδανική κοινωνία, θα μπορούσαμε να υπερβούμε τον βιολογικό μας ντετερμινισμό. Και η αλληλεγγύη, η ενσυναίσθηση και το αίσθημα ευθύνης απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους, θα μπορούσαν να πάρουν τη θέση της «κυρίαρχης ιεραρχίας». Από τη στιγμή που είναι προφανές ότι απέχουμε ακόμη πολύ από αυτό, πιστεύω πως ο βιολογικός ντετερμινισμός θα εξακολουθήσει να αποτελεί παράγοντα τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Η πιο απλή επιθυμία της κότας είναι να αποκτήσει οικογένεια. Την ίδια στιγμή, ο ανθρώπινος κόσμος γύρω της καταστρέφει οικογένειες και εμπορεύεται ανθρώπινες ζωές. Σας ενδιέφερε αυτή η αντίθεση ανάμεσα σε ένα σχεδόν πρωταρχικό ένστικτο φροντίδας και στην ανθρώπινη ικανότητα για αποτρόπαιη συμπεριφορά;

Ναι, ήθελα να διατηρήσω αυτόν τον παραλληλισμό. Όπως ο συνοριοφύλακας, μέλος μιας εγκληματικής οργάνωσης, θεωρεί πολύτιμη την οικογένειά του και σώζει τη γυναίκα και το παιδί του, έτσι και η κότα προστατεύει και φροντίζει τα μικρά της. Ωστόσο, εκείνος δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά των ξένων, όπως πιθανότατα δεν θα ενδιαφερόταν ούτε η κότα.

Ο χαρακτήρας της κότας συνδιαμορφώθηκε από οκτώ διαφορετικά ζώα. Πώς «δουλέψατε» με μία πρωταγωνίστρια που δεν μπορεί ούτε να καταλάβει την ιστορία ούτε να υπηρετήσει συνειδητά τη δραματουργία; Υπήρξαν στιγμές όπου οι ίδιες οι κότες σάς ανάγκασαν να ξανασκεφτείτε μια σκηνή ή ακόμη και το μοντάζ των σκηνών;

Πρόκειται για μια ταινία δημιουργού. Σε τέτοιου είδους ταινίες, συνήθως αρκεί ο στενός κύκλος των δημιουργικών συνεργατών για να κατανοήσει ή έστω να διαισθανθεί την ουσία της ταινίας. Στην περίπτωση των πουλερικών, αρκούσε να εκτελούν τις εργασίες που είχαμε καθορίσει γι’ αυτά μαζί με τον εκπαιδευτή ζώων. Η επιλογή μιας κλασικής, αφηγηματικής κινηματογραφικής γλώσσας ήταν μια ευτυχής αλλά και καλά μελετημένη στρατηγική. Σκηνή τη σκηνή και πλάνο το πλάνο, τα πουλερικά κατάφερναν να εκτελούν άψογα όσα τους ζητούσαμε. Αυτό, βέβαια, σε αντίθεση με ένα μεγάλο, χορογραφημένο μονοπλάνο στο ύφος του Αγγελόπουλου, το οποίο θα αποτελούσε τεράστια πρόκληση για τα πουλερικά.

Στην ταινία η κάμερα στέκεται συνήθως στο ύψος της κότας. Τι πρέπει να «ξεμάθει» ένας σκηνοθέτης όταν παύει να κοιτάζει τον κόσμο από το ύψος του ανθρώπινου ματιού;

Κι αυτό προκύπτει από την κλασική κινηματογραφική αφήγηση. Ο θεατής αποδέχεται τον συνηθισμένο πρωταγωνιστή ως ήρωα όταν τον βλέπει από μια οπτική γωνία ελαφρώς χαμηλότερη από το ύψος των ματιών. Άρα πρέπει να κατέβεις εκεί. Και ο κινηματογραφιστής δεν πρέπει να «ξεχάσει» αυτά τα πράγματα· αντίθετα, πρέπει να μάθει τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά και τις ικανότητες αυτών των ζώων.

Αρχικά θέλατε ερασιτέχνες Έλληνες ηθοποιούς, αλλά η γλώσσα και η πολιτισμική απόσταση σάς οδήγησαν τελικά σε επαγγελματίες. Το γεγονός ότι σκηνοθετούσατε σε μια γλώσσα που δεν μιλάτε σας ανάγκασε να βασιστείτε περισσότερο στο σώμα, στον ρυθμό και στο βλέμμα των ηθοποιών; 

Ακριβώς λόγω των γλωσσικών εμποδίων αναγκάστηκα να αποκλείσω τους ερασιτέχνες ηθοποιούς. Πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι θα ήταν αδύνατο να τους σκηνοθετήσω ή να οικοδομήσω εκείνη τη σχέση εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να δουλέψουμε μαζί. Γι’ αυτό στράφηκα σε επαγγελματίες. Η δουλειά αυτή απαιτούσε τεράστια ταπεινότητα από την πλευρά των ηθοποιών, καθώς έπρεπε πάντοτε να κινούνται και να αντιδρούν σε σχέση με τα ζώα-ερμηνευτές. Η βασική διαφορά ήταν ότι ένας εκπαιδευμένος ηθοποιός είναι καλύτερα προετοιμασμένος να το κάνει αυτό από έναν ερασιτέχνη.

Ζήσατε στην Ελλάδα περίπου έναν χρόνο πριν από τα γυρίσματα και έχετε παραδεχτεί ότι, όσο κι αν προσπαθήσατε, η γνώση μιας ξένης κουλτούρας παραμένει αναγκαστικά «γρήγορη» και όχι βαθιά. Ως ξένος δημιουργός,λοιπόν, πώς προστατευτήκατε από τον κίνδυνο να μετατρέψετε την Ελλάδα απλώς σε σύμβολο, της μετανάστευσης, της αρχαίας τραγωδίας, της Μεσογείου, αντί για έναν πραγματικό, σύνθετο τόπο;

Δεν αναζητούσα ένα ελκυστικό σκηνικό ή μια όμορφη τοποθεσία για γυρίσματα. Ήθελα να μιλήσω για πραγματικά προβλήματα, για τις μοίρες ανθρώπων και ζώων. Και το γεγονός ότι μπόρεσα να το κάνω αυτό στην Ελλάδα έφερε μαζί του το Αιγαίο Πέλαγος, την αρχαία τραγωδία και ένα από τα κοινωνικά προβλήματα που μοιάζουν περισσότερο δυσεπίλυτα: την εμπορία ανθρώπων.

Η βασική ιδέα στην οποία ήμουν αποφασισμένος να παραμείνω πιστός ήταν να αντιπαραθέσω αυτό το απλό, πανταχού παρόν και φαινομενικά ασήμαντο ζώο με ένα κοινωνικό πρόβλημα που υπερβαίνει το άτομο.

Γι’ αυτό ακριβώς έζησα με την οικογένειά μου στην Αθήνα για έναν χρόνο πριν από τα γυρίσματα, επειδή ήθελα να διερευνήσω όσο το δυνατόν βαθύτερα την καθημερινή ζωή στην Ελλάδα και τις εσωτερικές δυνάμεις που τη διαμορφώνουν, στον βαθμό που είναι δυνατόν για κάποιον που έρχεται απ’ έξω. Και πιστέψτε με, ίσως τελικά να είναι πολύ πιο εύκολο για έναν ξένο να αποκτήσει αυτή την οπτική.

Μιλήστε μας λίγο για τη συνεργασία σας με το ελληνικό συνεργείο και τους ηθοποιούς.

Πέρασα πολύ όμορφα με το ελληνικό συνεργείο και είχα επίσης πολύ καλή σχέση με τους ηθοποιούς. Εξακολουθώ μέχρι σήμερα να έχω επαφή με τον Γιάννη (σ.τ.σ. Κοκκιασμένο) και με ορισμένα μέλη του συνεργείου.

Φυσικά, η δημιουργία μιας ταινίας είναι ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο οργανωτικό εγχείρημα. Και σε μια άλλη χώρα υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες και διαφορετικές συνήθειες. Έπρεπε να αποδεχτώ τον ελληνικό τρόπο με τον οποίο γίνονται τα πράγματα, ο οποίος είναι λίγο πιο αργός, πιο ανοργάνωτος και λιγότερο αποτελεσματικός από αυτόν που είχα συνηθίσει. Ίσως, βέβαια, αυτό να οφειλόταν απλώς στο γλωσσικό εμπόδιο. Ευτυχώς, η ταινία ολοκληρώθηκε και καταφέραμε να βρούμε κοινό έδαφος στη συνεργασία μας. Είμαι πολύ ευγνώμων που με αποδέχτηκαν και που μπορέσαμε να δημιουργήσουμε μαζί κάτι ουσιαστικό.

Η μουσική έχει πολύ έντονη παρουσία — από το “Boléro” και τον Khachaturian μέχρι ελληνικά τραγούδια και τη μουσική του Szabolcs Szőke. Εφόσον η πρωταγωνίστριά σας δεν μιλά, λειτουργεί η μουσική σαν ένα είδος εσωτερικής φωνής της;

Φυσικά, αυτή είναι μία από τις λειτουργίες της: να βοηθά το κοινό να συνδεθεί με την ιστορία της πρωταγωνίστριας. Η μουσική, όμως, επιτελεί επίσης αφηγηματικές και ατμοσφαιρικές λειτουργίες. Δεν προσδιορίζει μόνο τους χαρακτήρες, αλλά διαμορφώνει και τον συνολικό τόνο της ταινίας και ενισχύει την οπτική του δημιουργού.

Έχετε ήδη μιλήσει για μια πιθανή τριλογία ταινιών με ζώα, με επόμενο ήρωα έναν πίθηκο. Είναι τελικά ένα σχέδιο για τα ζώα ή ένα σχέδιο για την αποκαθήλωση του ανθρώπου από το κέντρο της κινηματογραφικής αφήγησης; 

Μέχρι σήμερα πρόσεχα πολύ ώστε η επόμενη ταινία μου να μη μοιάζει με την προηγούμενη. Για πρώτη φορά αισθάνομαι ότι έχω ακόμη πράγματα να πω μέσα από αυτή την οπτική , ότι υπάρχει ακόμη κάτι εδώ που με ενδιαφέρει. Θα ήθελα να επεκτείνω αυτή την ιδέα σε μια τριλογία με την «Κότα» ως πρώτο κεφάλαιο. Το δεύτερο θα είναι το «Monkey», έχουμε γράψει το σενάριο και περιμένουμε τη χρηματοδότηση.

Και ναι, είμαστε άνθρωποι και φυσικά μας ενδιαφέρει αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους. Απλώς θελήσαμε να αμφισβητήσουμε λίγο αυτή την ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Όμως, αν το σκεφτώ πραγματικά, απλώς κοιτάζουμε τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική γωνία, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τον άνθρωπο.

INFO
Η ταινία «Κότα» κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου από την Feelgood Entertainment.

Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Ο άνθρωπος που αγάπησε το αμερικανικό σινεμά