«Το όνομά μου είναι Βικτώρια Γουίντερς. Το ταξίδι μου μόλις ξεκινά, ένα ταξίδι που ελπίζω να μου ανοίξει τις πόρτες της ζωής και να συνδέσει το παρελθόν μου με το μέλλον. Ενα ταξίδι που θα με φέρει σε ένα παράξενο και σκοτεινό μέρος στην άκρη της θάλασσας, στην κορυφή του Λόφου με τις Χήρες, ένα σπίτι που λέγεται Κόλινγουντ. Σε έναν κόσμο που δεν έχω γνωρίσει ποτέ, με ανθρώπους που δεν έχω συναντήσει ποτέ, ανθρώπους που σήμερα είναι μόνο σκιές στο μυαλό μου αλλά που σύντομα θα γεμίζουν τις μέρες και τις νύχτες του αύριο.»
Με τα λόγια αυτά μίας αθώας νεαράς, που ταξιδεύει με προορισμό μια μυστηριώδη έπαυλη για να αναλάβει τη θέση της γκουβερνάντας, ξεκίνησε στις 27 Ιουνίου του 1966 το χρονικό του «Dark Shadows», που για τα επόμενα πέντε χρόνια θα στοίχειωνε καθημερινά την αμερικανική τηλεόραση, μέχρι το άδοξο τέλος του, στις 2 Απριλίου του 1971. Πολύ ταιριαστά, η σκηνή αυτή, που υποδεχόταν το κοινό στον αλλόκοτο κόσμο μίας ανορθόδοξης γκόθικ σαπουνόπερας, γεννήθηκε μέσα από ένα όνειρο. Του δημιουργού Νταν Κέρτις, που μία νύχτα του 1965 είδε στον ύπνο του μια αινιγματική νεαρή γυναίκα, χαμένη στις σκέψεις της, να ταξιδεύει στο λυκόφως με ένα τρένο. Δεν χρειάστηκε πολλά περισσότερα για να προτείνει με επιτυχία στο τηλεοπτικό δίκτυο του ABC την ιδέα μίας καθημερινής σειράς με σχετικά ασαφές ακόμα σενάριο αλλά αναμφίβολα γοτθικό κλίμα σκοτεινού ρομαντισμού.
Με τη νεαρή, παντελώς άγνωστη Σουηδέζα, ονόματι Αλεξάντρα Μόλτκε, στον ρόλο της Βικτώρια, και τη διάσημη Τζόαν Μπένετ, σταρ των 40s και πρωταγωνίστρια ταινιών του Φριτς Λανγκ, του Μαξ Οφίλς και του Ντάγκλας Σερκ, να αναλαμβάνει τον ρόλο της επιβλητικής μητριάρχου, η σειρά, παρά το άραχλο σκηνικό, θα κυλούσε τους έξι πρώτους μήνες σε σχετικά συμβατικά επίπεδα: πλημμυρισμένη από καταδικασμένα ρομάντζα, οικογενειακές ίντριγκες και θαμμένα μυστικά από το παρελθόν. Τα χαμηλά νούμερα τηλεθέασης όμως, σύντομα θα έσπρωχναν τους σεναριογράφους να αναζητήσουν έμπνευση στον κόσμο του υπερφυσικού. Η είσοδος ενός φαντάσματος στο αρχοντικό του Κόλινγουντ (κάτι πρωτόγνωρο για ημερήσια, καθημερινή σειρά) θα αναζωπύρωνε το ενδιαφέρον του κοινού, και, λαμβάνοντας το μήνυμα, οι δημιουργοί θα μετέτρεπαν το μικροσκοπικό στούντιο του Μανχάταν, όπου γυριζόταν η σειρά, σε άντρο βρικολάκων, μαγισσών, λυκανθρώπων και λοιπών αλλόκοσμων στοιχειών, που έρχονταν να βασανίσουν τα ήδη τυρρανισμένα από τα δικά τους πάθη μέλη της οικογένειας Κόλινς – το σπιτικό της καταραμένης φαμίλιας θα τιμούσε με την παρουσία του ακόμα και ο ίδιος ο Εωσφόρος, αυτοπροσώπως! Θα χρειαζόταν ωστόσο να περάσουν ακόμα μερικοί μήνες μέχρι να κάνει την εμφάνισή του, στο επεισόδιο 212, ο διαβόητος Μπαρνάμπας, που θα χάριζε στο «Dark Shadows» τον πιο εμβληματικό του χαρακτήρα.
Η ομιχλώδης ατμόσφαιρα και ο παλιομοδίτικος ρομαντισμός, που έμοιαζαν να έχουν ξεπηδήσει από τις αραχνιασμένες ατραπούς της λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, ταίριαζαν γάντι στη βραδυφλεγή και ταυτόχρονα πομπώδη εξέλιξη της πλοκής που χαρακτηρίζει το φορμά της σαπουνόπερας, όπου κάθε ανατροπή ξετυλίγεται αργά και βασανιστικά, σχεδόν τελετουργικά. Και οι δημιουργοί της σειράς θα τόνιζαν ιδανικά αυτά τα χαρακτηριστικά με ψυχεδελικές ονειρικές σκηνές, ασταμάτητα χρονικά πηγαινέλα, κοστούμια εποχής, ένα σάουντρακ βγαλμένο θαρρείς από τη «Ζώνη του Λυκόφωτος», εξωφρενικά τουίστ (που θα περιλάμβαναν ακόμα και ταξίδια στο χρόνο) και, φυσικά, με απολαυστικά μελοδραματικές ερμηνείες, που κοιτούσαν κατάματα το κοινό με βλέμμα φορτωμένο ανείπωτα μυστικά και αβάσταχτα ψυχικά βάρη.
Η σειρά, στην οποία συχνά οι ίδιοι ηθοποιοί υποδύονταν περισσότερους από έναν ρόλους, θα έκανε τη μετάβαση από το έγχρωμο στο ασπρόμαυρο τον Αύγουστο του 1967. Τρία χρόνια αργότερα, και ενώ είχε κλείσει αισίως τα 1225 επεισόδια, το ABC θα έβαζε τέλος στο «Dark Shadows», με βασικό επιχείρημα το ότι το –νεανικό κυρίως– κοινό του δεν αποτελούσε προτεραιότητα για τις διαφημιστικές εταιρείες. Η απόφασή αυτή έκλεινε άγαρμπα ή άφηνε μετέωρες αρκετές από τις δεκάδες υποπλοκές της σειράς, προκαλώντας πακτωλούς οργισμένων επιστολών από φανατικούς θαυμαστές. Το «Dark Shadows» είχε όμως ήδη αφήσει το σημάδι του στην ποπ κουλτούρα – δεκαετίες ολόκληρες πριν από την «Μπάφι» και το «True Blood», μυούσε το κοινό στις camp ερμηνευτικές και σεναριακές εξεζητήσεις μίας σαπουνόπερας διαφορετικής από τις άλλες.
Θανάσης Πατσαβός
Δείτε στο παραπάνω τι είπε ο Τιμ Μπάρτον στον Ορέστη Ανδρεαδάκη για την τηλεοπτική σειρά και διαβάστε περισσότερα για την ταινία, που κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες, στο τεύχος του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ που κυκλοφορεί σε περίπτερα και επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.





