«Michael»: Υπερμεγέθης (και ταραχώδης) πρώτη ύλη, δύσκολα γυρίσματα, μεγάλες εισπρακτικές προσδοκίες

Το Variety επιχειρεί ένα τελευταίο, αρκετά λεπτομερές, κοίταγμα στο πώς η ταινία του Αντουάν Φούκουα ήρθε στη ζωή και τι θα πρέπει να περιμένουμε από αυτήν. No spoilers, παρακαλούμε.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
«Michael»: Υπερμεγέθης (και ταραχώδης) πρώτη ύλη, δύσκολα γυρίσματα, μεγάλες εισπρακτικές προσδοκίες

Το άρθρο του Variety για πάντα ενδιαφερόμενο που δεν ενοχλείται από τα spoilers και το πλήθος των ενημερώσεων που κάνει η έκδοση πάνω στο τι θα δούμε στην ταινία του Φούκουα, βρίσκεται εδώ. Εμείς το διατρέχουμε λόγω πείρας το επαγγελματικό ρίσκο, εσείς δεν χρειάζεται.

Οπότε ελεύθεροι τώρα από το βάρος ας γράψουμε κάμποσες γραμμές για το υπόβαθρο μιας παραγωγής που περπατά σε αναμμένα κάρβουνα από συλλήψεως και λογικά δύσκολα θα αποφύγει πανταχόθεν επικρίσεις για το πώς συνετέθη τελικά.

Αυτό λόγω του ότι, όπως όλες φήμες ισχυρίζονται, δεν θα καταπιαστεί διόλου με την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, όπερ σημαίνει όσοι διαπνέονται από αισθήματα μίσους για τον Τζάκσον και θέλουν να δουν να επαληθεύονται όσα του έχουν καταλογιστεί (κυρίως σε θέματα παιδικής κακοποίησης), δεν θα ικανοποιηθούν. Άρα στα κιτάπια τους είναι έτοιμος ο λίβελος περί αγιοποίησης ενός ατιμώρητου εγκληματία.

Η αλήθεια είναι ότι η παραγωγή σκόπευε να ξεκινήσει από την σκοτεινή τρίτη πράξη της ζωής του Μάικλ Τζάκσον, σχέδιο που εγκαταλείφθηκε (πράξη που κόστισε ιδιαίτερα σε χρόνο και χρήμα) όταν μαθεύτηκε πώς ένας εκ των κατηγορούντων τον Τζάκσον αποτελεί πρόσωπο που μετά από δικαστική απόφαση/διακανονισμό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ή να αναφερθεί σε κινηματογραφικό έργο. Ολίγον «ελαφρύ» το άλλοθι, μάλλον κάποιος άλλος είναι ο λόγος της εγκατάλειψης του αρχικού πλάνου.

Τέλος πάντων, αντάμα με το ότι το σπίτι του σεναριογράφου Τζον Λόγκαν άρπαξε στις φωτιές της Καλιφόρνια, είχαμε καθυστερήσεις σημαντικές εδώ, οπότε αποφασίστηκε να ξαναγραφούν κρίσιμα τμήματα του έργου αλλά και να ξαναγυριστούν σκηνές τον περυσινό Ιούνιο. Όλο αυτό λέγεται κόστισε κάτι παραπάνω από 15 εκατομμύρια δολάρια (μάλλον λίγα λένε), τα οποία προστίθενται στα 155 που ήταν το ποσό που «πρασίνησε» την ταινία για την Lionsgate (και την Universal, η οποία έχει την εκτός ΗΠΑ διανομή).

Πέραν των διαδικαστικών ένα σημαντικό ερώτημα είναι το combo του «τι εισπράξεις περιμένουμε, τι περιέχει η ταινία και τι έμεινε έξω σαν υλικό που μπορεί να δρομολογήσει νέα παραγωγή». Γνώστες και πληροφορίες λένε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα 30% υλικού που μπορεί να δικαιολογήσει νέα ταινία. Εδώ όμως καραδοκεί μια πρότερη απορία στην οποία υπάρχει ζουμί: Υπάρχει επαρκές ενδιαφέρον από το κοινό για μια παραγωγή που αποτιμά θετικά τον Μάικλ Τζάκσον; Με άλλα λόγια είναι εφικτό σήμερα να στήσεις ένα οικονομικό μεγαθήριο γύρω από τον μύθο ενός καλλιτέχνη, αντί γύρω από εκείνο που αυξανόμενα (;) κάμποσοι ισχυρίζονται ως «σκληρή αλήθεια»; Έτσι εδώ διακυβεύεται, ακραία ή όχι θα μάθουμε, το κατά πόσον 26 χρόνια στο 21ο αιώνα χρειάζεται/μπορεί να εκδοθεί μια καλλιτεχνική (αλλά και οικονομική) πράξη η οποία θα επιλέγει τον καλλιτέχνη από τον άνθρωπο.

Η αλήθεια είναι πώς όλα αυτά ακούγονται απλουστευτικά. Από τη μια ο εξωραϊσμός μοιάζει αναπόφευκτος - για ποιο λόγο να κάνεις μια ολόκληρη ταινία για έναν ιστορικά λαοφιλή καλλιτέχνη αν πρόκειται να τον γκρεμίσεις από κάθε βάθρο του; Από την άλλη ζούμε σε μια εποχή στην οποία πας μη ενδιαφερόμενος για οτιδήποτε καλλιτεχνικό (και, ας μην κρυβόμαστε, αυτοί είναι οι πλειοψηφία) έχει τρομακτικά βαρύνοντα ρόλο για (και) καλλιτεχνικά ζητήματα που ο λόγος του έχει μεταθέσει σε «ηθικό» επίπεδο. Μοιάζει με προαιώνια σύγκρουση. Ανέκαθεν η σοβαρή Τέχνη δεν τα πήγαινε καλά με την φθηνή ηθικοπλασία. Κι αφού «ο πρώτος τον λίθον βαλέτω» κόσμος, επίσης ανέκαθεν, δεν τα πήγαινε καλά με την Τέχνη η συνεπαγωγή είναι σαφής, η πλάστιγγα γέρνει.

Από την άλλη υπάρχουν ολιγάριθμες περιπτώσεις καλλιτεχνικού έργου με αποτύπωμα τέτοιο που τεράστιοι αριθμοί ανθρώπων να μεριάζουν κάθε ηθικοπλασία μπροστά στο συναισθηματικό τους «συμφέρον». Με άλλα λόγια, λένε άτυπα πολλοί, εμένα ο τάδε καλλιτέχνης έχει σφραγίσει τη ζωή μου, διαχωρίζω το έργο από τον άνθρωπο, παρατάτε με ήσυχο. Ο Μάικλ Τζάκσον σαφώς εμπίπτει στην κατηγορία, είναι σύμβολο του 20ού αιώνα, αν δεν πέθαινε πρόωρα θα αποδεικνυόταν πανίσχυρος (παρότι βαλλόμενος) και στον 21ο. Το ερώτημα, κατ' εξοχήν πολιτικό όπως ήδη ξέρετε, είναι φλέγον, σχεδόν...δημοσκοπικό - και ιδίως στις ΗΠΑ. Μεγάλη συζήτηση. (Και δεν συμπεριλαμβάνει καν ακόμα το δικαστικό/ντετεκτιβίστικο κομμάτι της ιστορίας περί του αν υπάρχει πράγματι κάποια ενοχή ή όχι. Δεν μιλά καν για την ψυχοπαθολογική πλευρά της κατά την οποία πολύς κόσμος χρειάζεται να αποκαθηλώσει ο ίδιος αυτόν που ανέδειξε.)

Ωστόσο, μια μεγάλη ταινία, μια δουλειά βαρύτητας, δεν μπορεί να διαλέγει τόσο εύκολα πλευρές. Ούτε μπορεί να ενδίδει στην αγιογράφηση, ούτε να ξεπέφτει στην ηθικοπλασία. Εν προκειμένω δεν μπορεί ούτε να υπενθυμίζει αποκλειστικά και εστετίστικα την τέλεια ποπ του Τζάκσον, ούτε όμως και να μετατραπεί σε μεσημεριανό σοσιομιντιακού χαρακτήρα κόβοντας ενοχή και μοιράζοντας τιμωρία. Ούτε ψύλλος στον κόρφο των δημιουργών, από μια πλευρά.

Εντούτοις, η σχεδόν βέβαιη υπερ-επιτυχία της ταινίας (η επιθυμία των στούντιο είναι τα 700 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο, προσωπικά βρίσκω μετριοπαθή την εκτίμηση αν όντως το έργο κινηθεί «αγιογραφικά»), ταυτόχρονα με την ύπνωση περί οικονομικής επιτυχίας που θα απλώσει, θα εγείρει κι ένα πλήθος συζητήσεων τόσο για τις καλλιτεχνικές επιλογές της όσο και για την ηθική της στάση. Θα έχει ενδιαφέρον. Ή έτσι ελπίζουμε.

Στις 24 Απριλίου βγαίνει στις ΗΠΑ, το spotify θα πάρει φωτιά, τα social το ίδιο, το πανηγύρι ξεκινά.

Γιατί το «Twin Peaks» είναι ίσως η σημαντικότερη σειρά στα χρονικά της σύγχρονης τηλεόρασης