Ένα «Thriller» στο box-office: Η τεράστια επιτυχία του «Michael» παρά τις αρνητικές κριτικές

Στην προαιώνια αναμέτρηση «feelgood ταινία vs αρνητικές κριτικές» όλες οι εποχές έχουν αποφανθεί, το ίδιο και στην περίπτωση του Μάικλ Τζάκσον στο ερώτημα του διαχωρισμού του καλλιτέχνη από τον άνθρωπο. Περισσότερα εντός.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Ένα «Thriller» στο box-office: Η τεράστια επιτυχία του «Michael» παρά τις αρνητικές κριτικές

Οι γνώμες υπάρχουν και είναι θεμιτές. Είναι επίσης και πάρα πολλές, αλλά ποιοι είμαστε εμείς να κρίνουμε (για να μην κριθούμε). Γνώμη έχουν οι κριτικοί, καταδικασμένοι καθώς είναι να μην καταλαβαίνουν πάμπολλες φορές ότι η ευεξία μιας παρακολούθησης δεν χάλασε ο κόσμος να νοθεύει προσεκτικά και με οξυδερκή ευφράδεια την άποψη περί αισθητικής. Γνώμη έχουν οι από άμβωνος, κυρίως σοσιομιντιακού, ηθικοπλάστες/ηθικολόγοι united, που διαρρηγνύουν ιμάτια (κυρίως στην άγρα αντιδράσεων και οσίου engagement) για το πώς ένας κακός άνθρωπος, αποδεδειγμένα ή μη (σιγά τώρα, λεπτομέρεια) μπορεί ή πρέπει να μας απασχολεί με το καλλιτεχνικό του έργο. Γνώμη έχουν όλοι. Και αυτό ίσως κάνει γενικώς καλό, μιας και διευρύνει μια συζήτηση - κι ας γίνεται ελαφρώς μονολογικά στους χαλεπούς της επικοινωνίας καιρούς μας. Αρκεί βέβαια, βυθισμένος/η/ο καθώς είναι κανείς/καμμιά/κανένα στην υπερ-γνώμη του να ρίχνει μια ματιά που και που στο τι αποφαίνεται δημοκρατικά η συντριπτική πλειοψηφία. Η οποία, μαζί σας, δεν έπεται ότι έχει και παραπάνω δίκιο, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι ηχηρότερη.

Έχοντας πει όλ' αυτά το «Michael» γκρέμισε τα ταμεία όλου του κόσμου, με πρώτο τριήμερο πλησίον της (ε)κατοστάρας εκατομμυρίων στις ΗΠΑ, 219 σε όλη την οικουμένη (ανάμεσα σε αυτά και 53 χιλιάρικα στην Ελλάδα μας, 25 περισσότερα από το άνοιγμα του «Bohemian Rhapsody»). Το νούμερο ανασταίνει και επίσημα την Lionsgate, που μέχρι το τέλος του 2024 άσθμαινε επιθανάτια και τώρα βαρούν οι γκάιντες, ξυπνά για τα καλά το αιθουσιακό 2026, που ήδη με «Super Mario», «Scream 7» και «Project Hail Mary» κάνει μυώδη πρώτα βήματα και σχεδόν βέβαια προλειαίνει το έδαφος για σίκουελ που θα είναι μια πρωτοτυπία για μουσικό biopic. (Μέχρι τουλάχιστον να καταφθάσει ο Μέγας Μέντες με το κουαρτέτο του για τους Beatles.)

Τι έγινε, λοιπόν;

Ίσως είναι πολυσύνθετο, ωστόσο στο φτωχό μυαλό του υπογράφοντος ήταν ένα προαναγγελθέν ευτύχημα και δυστύχημα μαζί. Ευτύχημα διότι ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε σταρ τέτοιου μεγέθους που κάθε είδους όψιμη κριτική, στοχευμένη ή όχι, αλλά κυρίως γεννημένη σε μια ύστερη εποχή από την μεγάλη του ακμή, δεν έχει την παραμικρή σημασία στο μυαλό του λάτρη. Είναι, κάπως κρυμμένα, και πολιτισμικό το θέμα. Αυτοί που τον λάτρεψαν έρχονται από μια άλλη εποχή, «αθωότητας» θα την έλεγες, στην οποία η σχέση με το είδωλο, η ειδωλολατρία η καθαρή δηλαδή, ήταν ανενόχλητη από την φλύαρη μικροπρέπεια της απτής καθημερινότητας και πλήρως εμβαπτισμένη στο αποτέλεσμα, και σχεδόν μόνο αυτό, της καλλιτεχνίας. Φυσικά και προφανώς υπήρχαν όλες οι επενέργειες ενός ολόκληρου συστήματος διαφημιστικής προώθησης, δεν υπήρχε όμως σπιθαμή ενασχόλησης με όσα ενδεχομένως θολώνουν μια Εικόνα. Ως εκ τούτου το κοινό εκείνης της εποχής έσπευσε στην ταινία πρακτικά αδιάφορο προς οποιαδήποτε κριτική (καλλιτεχνική, κουτσομπολική ή ποικιλοτρόπως «δικαστική»). Και θα εξακολουθήσει να σπεύδει. Ίσως και πεισμώνοντας περισσότερο εναντίον των σχολιαστών.

Δυστύχημα, εντός εισαγωγικών (και ο υπογράφων δεν έχει δει την ταινία), διότι είναι όντως πολύ πιθανό η ταινία να μην είναι μια «τόσο καλή ταινία», όπως αποφαίνεται η Κριτική. Αυτό πρακτικά ουδέποτε ενδιέφερε την μεγάλη μάζα. Παραδόξως οι κριτικοί δεν δείχνουν να το δέχονται βαθιά στο κεφάλι τους αυτό (διότι τεκμηριώνει την περιορισμένη τους εμβέλεια). Ταυτόχρονα βέβαια και ο πολύς κόσμος αδυνατεί να εννοήσει απενοχοποιημένα ότι του αρέσουν σωρηδόν καλλιτεχνικές ανοησίες. Δυστύχημα, για να το διευκρινίσω, που δεν αντιμετωπίζουμε αρκετή Τέχνη ώστε όσο αδιάβροχο να είναι το κριτήριό μας, τόσο άνετοι να είμαστε (όλοι) στο τι απολαμβάνουμε επιδερμικά, ή έστω στο όνομα ενός συναισθηματικού παρελθόντος, όπως στην περίπτωση του «Michael».

Κλείνοντας, και πέρα από ανάλογες αναλύσεις, να πούμε ότι η ταινία είναι ένας ακόμα σημειωμένος θρίαμβος του IMAX, ιδίως στις ΗΠΑ, όπου το 14% των εισιτηρίων ήρθε από αυτές τις οθόνες και αυτά τα ηχοσυστήματα, που (η αλήθεια είναι) ορίζουν αυτή τη στιγμή πώς πρέπει να βλέπονται ανάλογα θεάματα. 24.5 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο ήρθαν από τις αίθουσες αυτές.

Και μια κουβέντα για το τι έπεται στο box office της χρονιάς που, είπαμε, αρχίζει να μαρσάρει. Θεωρητικά ο Μάικλ Τζάκσον και η ταινία των κληρονόμων του (και του Φούκουα) θα έχει ένα ωραότατο δεύτερο ημίχρονο την άλλη εβδομάδα. Και λίγο πάνω από 50% να πέσει πάλι μια χαρά θα είναι, ουδείς θα στεναχωρηθεί, κάπου εκεί θα μάθουμε και επίσημα το πράσινο φως για το (πρώτο) σίκουελ. (Πρόβλημα θα είναι το ~70%) Δεν αποκλείεται να έχει και 6-7 (ίσως και παραπάνω) εβδομάδες ακόμα επαρκούς επίδοσης, που θα το φέρουν, όπως αρχικά υπολογίζαμε και πάνω από το 1 δις εισπράξεων σε όλο τον κόσμο.

Ταυτόχρονα όμως την ερχόμενη εβδομάδα έχουμε έξοδο του σίκουελ του «Ο Διάβολος Φοράει Prada», μια παραγωγή που θα αναστατώσει για τα καλά το γυναικείο κοινό -ήδη ξάγρυπνο από το «Michael» σε μεγάλο μέρος- κι αυτή είναι μια κολοσσιαία δύναμη για το box office. Το δεύτερο Prada, επίσης μια ταινία (λογικά) αλεξίσφαιρη στην Κριτική, έχει να πατήσει και στο momentum μιας χρονιάς που βγάζει ήδη σχεδόν κάθε εβδομάδα ταινίες που δουλεύουν, αλλά βέβαια και σε ένα fanbase που εδώ και πολλά χρόνια θεμελιώνεται στο διαδίκτυο και το word of mouth. Το οποίο ως γνωστόν δεν θα πάψει ποτέ να είναι η καλύτερη διαφήμιση. Κι έπεται συνέχεια...

Θόδωρος Αγγελόπουλος: Ο πρώτος «σκηνοθέτης στην ομίχλη» γεννήθηκε σαν σήμερα