Ο Γιώργος Πανουσόπουλος, αντικειμενικά μιλώντας, είναι αναπόσπαστο μέρος της ραχοκοκαλιάς του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου. Ως διευθυντής φωτογραφίας υπήρξε «φως» για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Παντελή Βούλγαρη, τον Νίκο Νικολαΐδη, τον Δήμο Θέο, τον Νίκο Περάκη, τον Ανδρέα Θωμόπουλο. Πέρασε από δίπλα και κοντά τους, έμαθε από πολύ νωρίς την δουλειά του οπερατέρ, σπουδασμένα και όχι μόνο εμπειρικά, έκανε πολλή διαφήμιση, ενίοτε σημαδιακή διαφήμιση – και βραβευμένη.
Και κάποια στιγμή πέρασε και αλλιώς πίσω από την κάμερα, καθήμενος στην σκηνοθετική καρέκλα. Και είχε το μεγάλο προσόν να έχει βλέμμα και χαρακτήρα. Το πρώτο ήταν και πρωτόγνωρο στην επίτευξή του για τα ελληνικά δεδομένα και εντυπωσιακό στο άνοιγμά του στον αισθησιασμό, ποικίλα εννοούμενο. Στο φως, στο καλοκαίρι (που υπήρξε η αγαπημένη του κινηματογραφική εποχή), στην γύμνια, στο νερό. Στο δεύτερο, στον χαρακτήρα, ο Πανουσόπουλος δεν επιχειρούσε ποτέ σινεμά μεγαλύτερο από το μπόι του. Και αυτό συνήθως το κάνουν δημιουργοί που έχουν μεγαλύτερο μπόι από εκείνο που νομίζουν για τον εαυτό τους. Όπερ σημαίνει είναι σεμνοί και αυτό για έναν δημιουργό τόσο τολμηρό (για τα εκνευριστικά συνεσταλμένα δεδομένα μας) είναι μια λαμπρή φαινομενική αντίφαση που πλουτίζει το έργο του.
Το 1979 ο Πανουσόπουλος υπογράφει το ντεμπούτο του, και την κατά τη γνώμη του υπογράφοντος καλύτερη ταινία του, το «Ταξείδι του Μέλιτος», με τον Ξενίδη, την Αλέκα Παΐζη και από κοντά την αγαπημένη του Μπέττυ Λιβανού. Δύο χρόνια μετά έρχεται μία εκ των δύο πιο φημισμένων του, «Οι Απέναντι», ξανά με την Λιβανού και τον μεγάλο Άρη Ρέτσο, μια σερενάτα (αστικής) σεξουαλικής απουσίας, μια ταινία που άφησε ιστορία στην υπόθεση ΝΕΚ της δεκαετίας του ’80. Τέσσερα χρόνια μετά έρχεται η «Μανία», έργο διονυσιακό και αστικό μαζί, άγριο, ερωτικό και αξέχαστο. Αν γύρευε κανείς αποτύπωμα, με τρεις ταινίες ο Πανουσόπουλος το είχε ήδη.
Στα τέλη του ’80, έρχεται το «Μ’ Αγαπάς;», ένα απόγειο αισθησιασμού, φιληδονίας, καλοκαιριού, ενός απτού ερωτισμού που το ελληνικό σινεμά ή έχει επιχειρήσει ποταπά σε προηγούμενες δεκαετίες, ή έχει κατακεραυνώσει μέσα από δράματα ή/και σεμνοτυφίες. Ενδιάμεσα, ο πάντα εργατικός δημιουργός υπέγραφε και την τηλεσκηνοθεσία στο «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» (1986) του Σαββόπουλου.
Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί έκτοτε η φιλμογραφία του γνώρισε μια κάμψη – ίσως και γιατί η εποχή, αντάμα με τον χαρακτήρα του – δεν επέτρεπαν παραπάνω εμβάθυνση στις θεματικές του. Όμως η «Ελεύθερη Κατάδυση», παρότι πιο «διαφημιστική», είχε πολλά από την ανάπαυλα και την ερωτική ένταση του ελληνικού καλοκαιριού, είχε επίσης Χατζιδάκι στα ύστερα μεγάλα του. Το «Athens Blues» τον βρήκε πειραματικότερο να αφήνει στεφάνι στην εξόχως ανδρικής ματιάς ποδιά της δικής του θερινής Αθήνας. Η «Τεστοστερόνη» έχει την πλάκα της, αλλά απουσιάζει το φλέγμα και η ένταση, παρότι ένα καρύκευμα στην ιστορία του Αύγουστου Κορτώ επιδερμικά υφίσταται, ενώ το «Σ’ Αυτή τη Χώρα Κανείς Δεν Ήξερε να Κλαίει», τον βρίσκει στον επίλογό του, πιο θυμοσοφικό, πιο «τσιωλικό» (άλλος όμως ένας που δεν αναπαράγεται) αλλά και υπέροχα στην ψυχή αμετανόητο. Τόσο που εμείς να λυπούμασταν και τότε για το 14ετές διάλειμμα στην φιλμογραφία του μεταξύ «Τεστοστερόνης» και τούτου.
Το 2018 οι Νύχτες Πρεμιέρας τίμησαν το έργο και τον άνθρωπο. Και τιμήθηκαν από αυτόν. Τον ευγενή, «άφτιαχτο» στυλίστα, τον δημιουργό που κυριολεκτικά έστησε ένα ουτοπικό σύμπαν στην καρδιά μιας χώρας που μετέτρεπε ήδη από πολλά χρόνια τον ερωτισμό της σε φολκλόρ, το φως της σε τουριστικό αξιοθέατο, το νερό της σε διαφήμιση του ΕΟΤ – με τον οποίον, πάντως, επίσης ο Πανουσόπουλος συνεργάστηκε.
Τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στους οικείους του, μέρα σκληρής απώλειας για το ελληνικό σινεμά η σημερινή.





