Αναζητώντας απεγνωσμένα μια «Πατρίδα»: Ο Παβελ Παβλικόφσκι μιλά στο cinemagazine.gr για τη θαυμάσια νέα ταινία του

Βραβευμένος με Όσκαρ και με δύο βραβεία σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών (το δεύτερο κερδήθηκε φέτος), ο καταξιωμένος Πολωνός δημιουργός του «Ida» και του «Ψυχρού Πολέμου» υπογράφει με την «Πατρίδα» την καλύτερη ταινία του, αναμφίβολα μια από τις κορυφαίες της χρονιάς που διανύουμε. Εν όψει της κυκλοφορίας της στις ελληνικές αίθουσες, και λίγες μόλις μέρες έπειτα από την πανελλήνια πρώτη προβολή της στις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσία του ίδιου του σκηνοθέτη, διαβάστε τι είχε να πει ο Πάβελ Παβλικόφσκι για το ταραγμένο παρελθόν και το αμφίβολο μέλλον αυτού εδώ του κόσμου.

Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα
Αναζητώντας απεγνωσμένα μια «Πατρίδα»: Ο Παβελ Παβλικόφσκι μιλά στο cinemagazine.gr για τη θαυμάσια νέα ταινία του

Ένας διακριτικός διανοούμενος. Ένας πολίτης του κόσμου. Ένας σκηνοθέτης που ανακάλυψε το μέγιστη δυνατότητα της τέχνης του τη στιγμή ακριβώς που την απογύμνωσε στα απολύτως απαραίτητα. Ένας Πολωνός δημιουργός, έπειτα, που επέβαλε το δικό του ήσυχο και πολύ ιδιαίτερο σινεμά, καταφέρνοντας να το κάνει διεθνώς αγαπητό και κερδίζοντας στην πορεία βραβεία όπως εκείνο της Καλύτερης Σκηνοθεσίας στις Κάννες, τόσο για τον «Ψυχρό Πόλεμο» όπως τώρα και για την «Πατρίδα», ή το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας για το «Ida».

Όμως η σημασία του έργου που υπηρετεί ο Πάβελ Παβλικόφσκι δεν βρίσκεται μόνο στον περίτεχνο τρόπο με τον οποίο ανατρέχει μελαγχολικά στην Ιστορία του 20ού αιώνα ή επαναφέρει ζητήματα πίστης και ιδανικών σε ένα σημερινό κόσμο που φαίνεται να τα στερείται ολοένα και περισσότερο. Με το οπτικά εκθαμβωτικό όσο και μετρημένο, περιορισμένο στα απολύτως βασικά ύφος του, ο σκηνοθέτης φανερώνει την ατράνταχτη εμπιστοσύνη του στο κοινό. Πιστεύει στη δυνατότητά του να αγκαλιάσει θερμά μια ταινία που αξιοποιεί πολύτιμα τη μικρή της διάρκεια, που δεν διατυμπανίζει και δεν μεγαλοστομεί, που διατηρεί συναισθηματικές αποστάσεις, αλλά και που, εν τέλει, καταφέρνει με τα πιο συγκρατημένα εκφραστικά μέσα να μιλήσει για τόσα πολλά.

Αυτό συμβαίνει και με την θαυμάσια «Πατρίδα» του. Η ταινία αναπαριστά το ταξίδι που πραγματοποιεί ο Τόμας Μαν με την κόρη του σε μια μεταπολεμική Γερμανία η οποία προσπαθεί να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες και τα ερείπιά της. Ο αξιοσέβαστος συγγραφέας του «Μαγικού Βουνού», του «Δόκτωρ Φάουστους» και του «Θανάτου στη Βενετία» επιστρέφει μετά από χρόνια εξορίας σε μια χώρα ρημαγμένη, ατιμασμένη και ένοχη ανείπωτων εγκλημάτων. Ποιος όμως είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σε μια τέτοια πραγματικότητα; Πόσο σημασία έχει το λογοτεχνικό του βάρος όταν όλα γύρω έχουν καταρρεύσει, έχουν τόσο διαβρωθεί ηθικά; Και πόση συνάφεια με τη σημερινή τάξη πραγμάτων μπορεί τελικά να έχει μια ταινία η οποία διαλέγει να διαδραματίζεται λίγο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου; Ο Πάβελ Παβλικόφσκι προσπαθεί.

Έχετε αναφέρει πόσο αποπροσανατολισμένος νιώθετε σε ό,τι αφορά τη σημερινή εποχή και νομίζω ότι αυτό αποτελεί ένα οικουμενικό πλέον συναίσθημα, η αλήθεια είναι ότι το μοιραζόμαστε πολλοί. Η δική σας αίσθηση αποπροσανατολισμού σε τι θα λέγατε, όμως, ότι οφείλεται; 

Έχω αυτό το συγκεκριμένο παρελθόν, ότι μετακόμιζα διαρκώς από χώρα σε χώρα. Έφυγα από την Πολωνία όταν ήμουν 14 χρόνων, δίχως να μιλάω κάποια ξένη γλώσσα. Οπότε πήγα πρώτα στο Λονδίνο, έπρεπε να μάθω εκεί αγγλικά. Μετά βρέθηκα στη Γερμανία, χρειάστηκε κι εκεί να μάθω τη γλώσσα και έπρεπε να πάω σε γερμανικό σχολείο. Για καιρό ένιωθα ότι δεν ανήκα πουθενά. Εκτός αυτού, όμως, μεγάλωσα και σε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο, ένα ευρωπαϊκό είδος ανθρωπισμού και ιδεολογίας. Ήμουν επίσης πάντα με το μέρος των ανατροπέων, προσπαθούσα να αμφισβητώ μονίμως την καθεστηκυία τάξη, υπερασπιζόμουν ανθρώπους που προσπαθούσαν να διαλύσουν κάθε πατριαρχική και παραδοσιακή αστική αντίληψη. Όμως τελευταία αναρωτιέμαι τι ακριβώς αμφισβητώ σε μια πραγματικότητα τόσο ρευστή και συγκεχυμένη πια. Εκφράζω ξεκάθαρα κάποια αντίδραση προς κάποια κατεύθυνση ή απλώς παραδέχομαι ότι έχω χαθεί σε αυτό τον κόσμο που βιώνουμε πλέον και προσπαθώ να μεταφέρω τη σύγχυσή μου στις ταινίες; 

Ήμουν πάντα με το μέρος των ανατροπέων, προσπαθούσα να αμφισβητώ μονίμως την καθεστηκυία τάξη. Όμως τελευταία αναρωτιέμαι τι ακριβώς αμφισβητώ σε μια πραγματικότητα τόσο συγκεχυμένη πια

Δεν πιστεύετε ωστόσο ότι ανήκουμε πλέον και σε μια διαφορετική εποχή, τα ιδανικά της οποίας είναι δύσκολο να μεταφραστούν ή έστω να προσαρμοστούν στο σήμερα;

Κοιτάξτε, κι εγώ προέρχομαι από τον 20ό αιώνα, δεν μπορώ να το κρύψω. Είμαι ένας εξόριστος του 20ού αιώνα και πιθανώς πολλοί να με βρίσκουν αφελή ή αναχρονιστικό, όμως εγώ επιμένω στις απόψεις μου και γυρίζω ταινίες που διαδραματίζονται στο παρελθόν, οι οποίες μιλούν κατά κάποιο τρόπο για το τώρα, έστω κι αν δεν το κάνουν με άμεσο τρόπο. Για το τώρα δεν θα μπορούσα να μιλήσω απευθείας, άλλωστε, γιατί ομολογώ ότι δεν μπορώ να το καταλάβω. Θα ήθελα πολύ να διαβάσω τι θα γραφτεί γι' αυτό σε πενήντα χρόνια από τώρα. Μέχρι τότε δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Και δεν καταλαβαίνω καθόλου τη σύγχρονη τεχνολογία, ή αυτό το είδος πολιτισμού το οποίο εκπροσωπούν κάτι τύποι σαν τον Ίλον Μασκ.

Ο Πάβελ Παβλικόφσκι στην πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο στο πλαίσιο του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας

Ίσως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αναλογία ανάμεσα στον δικό μας κόσμο και σε εκείνον που βίωνε μεταπολεμικά ο Τόμας Μαν... 

Συμφωνώ. Ερχόταν κι εκείνος αντιμέτωπος με έναν κόσμο ολοκληρωτικά διχασμένο, όπως είναι ο σημερινός μας. Θα πρέπει να παραδεχτώ, παρόλα αυτά, ότι γυρίζω με τις ταινίες μου πίσω στον χρόνο επιχειρώντας με αυτό και μια μορφή απόδρασης. Θέλω να επιστρέψω για λίγο σε έναν κόσμο αναλογικό, όταν οι άνθρωποι βρίσκονταν κατά έναν τρόπο σε τρεις διαστάσεις και βίωναν την Ιστορία από πρώτο χέρι. Την έβλεπαν, τη ζούσαν αντί να την προσεγγίζουν μέσα από το πρίσμα των τόσων συγκεχυμένων πληροφοριών που λαμβάνουν καθημερινά, κάτι που αποτελεί κανόνα στην εποχή μας. 
Ο καθένας σήμερα έχει άποψη για τα πάντα, έστω κι αν επί της ουσίας τροφοδοτείται από πληροφορίες για κόσμους των οποίων την πλήρη αλήθεια είναι αδύνατο να συλλάβει. Μη θέλοντας να συμμετάσχω σε όλο αυτό, προτιμώ απλώς να κάνω ένα βήμα πίσω και να προσπαθήσω με την ταινία μου να εκφράσω το γενικό μου άγχος, τον δικό μου μετεωρισμό.

Τι αντιπροσώπευε ο Τόμας Μαν για εσάς προτού γίνει κεντρικός χαρακτήρας στην ταινία σας; 

Ποτέ δεν μου άρεσε η γραφή του Τόμας Μαν όταν ήμουν νεότερος, επειδή ήταν τόσο λεπτολόγος, τόσο σχολαστικός και τόσο έμμεσος. Τον εκτίμησα πολύ περισσότερο αργότερα. Εκτιμώ αυτή την ικανότητα να κάνεις ένα βήμα πίσω και να περιγράφεις τα πράγματα με ακρίβεια. Αλλά όταν ήμουν νέος, μου άρεσε η λογοτεχνία που ήταν πιο ποιητική, πιο οξεία και πιο συναισθηματική, σπλαχνική. Η ταινία δεν έχει να κάνει πραγματικά με τον θαυμασμό μου για τον Τόμας Μαν. Απλώς τον χρησιμοποιώ ως έναν δραματικό χαρακτήρα. Και ως φορέα ενός παλαιότερου ουμανισμού, μιας κουλτούρας ανθρωπισμού την οποία ο ίδιος τύχαινε να μεταφέρει από τον 19ο αιώνα.

Δεν έχουν όλα χαθεί σήμερα. Αρκεί οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τους άλλους με λίγη ταπεινότητα 

Προέρχεται άλλωστε και από μία εποχή κατά την οποία ένας λογοτέχνης είχε την ικανότητα να ασκήσει τρομερή γοητεία και επιρροή στο περιβάλλον του, κάτι που δεν πιστεύω ότι συμβαίνει σήμερα.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα εκείνης της περιόδου ήταν ακριβώς το ότι οι διανοούμενοι διατηρούσαν ένα σεβαστό βάρος στην αντίληψη του κόσμου. Και το γεγονός ότι όλοι ήθελαν ο Τόμας Μαν να εκπροσωπεί τον σκοπό τους, αγνοώντας αυτό που στην πραγματικότητα έγραφε, σημαίνει ότι τον αντιμετώπιζαν ως κάτι σωτήριο και ηρωικό. Είναι φοβερό αν σκεφτείτε ότι ο Στάλιν, ο οποίος ήταν ένας δολοφονικός τύραννος, διάβαζε βιβλία και ποίηση και κάποια στιγμή τηλεφώνησε προσωπικά στον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ για να του πει «Μην φύγεις από τη χώρα. Είσαι ο σπουδαιότερος συγγραφέας μας. Δυστυχώς, όμως, πρέπει να απαγορεύσω όλα τα θεατρικά σου έργα». Μπήκε στον κόπο να μιλήσει με έναν συγγραφέα, οπότε έπαιρνε τη λογοτεχνία στα σοβαρά. Ήταν λοιπόν μια εποχή που η συγγραφή και η τέχνη σήμαιναν πολλά. Τώρα δυστυχώς κάτι τέτοιο αφορά λιγότερους ανθρώπους. Όλοι γνωρίζουν ότι το εύρος της προσοχής μας μειώνεται. Και η τέχνη δεν έχει μεγάλη απήχηση, ξέρετε, εκτός αν μπορεί να εμπορευματοποιηθεί με κάποιο τρόπο και να πουληθεί μαζικά. Αλλά κανείς δεν ακούει και πολύ τους συγγραφείς.

Με το να επικαλείστε ένα μινιμαλιστικό και οικονομημένο ύφος με την «Πατρίδα», όπως και με τις προηγούμενες δύο ταινίες σας, κατορθώνετε να πετύχετε τα μέγιστα με ελάχιστα. Θα λέγατε ότι είναι πιθανός ένας τέτοιος τρόπος να σας φτάσει σε μια βαθύτερη συναισθηματική αλήθεια; 

Δεν έχω τέτοια πρόθεση, όμως σε μένα αυτό πετυχαίνει. Όταν βλέπω ανθρώπους να μη με πιέζουν, να μη μου πατούν κουμπιά και να μη μου δείχνουν πολλά, πάντα το θαυμάζω. Στην τέχνη, το παν είναι τελικά ό, τι επιλέγεις να μη δείξεις. Είναι αρκετό όταν έχεις κάτι ενδιαφέρον να πεις. Μου αρέσει η φωτογραφία που εστιάζει όχι σε πολλά πράγματα, αλλά αντηχεί πέρα από το πλάνο με τη βοήθεια του ήχου και του γενικότερου πλαισίου της ταινίας. Και μου αρέσει η υποκριτική που δεν εκβιάζει συναισθήματα. Δεν αντέχω την ηθοποιία που σου κερδίζει Όσκαρ με κλάματα και εύκολες συγκινήσεις. Μου αρέσουν οι διάλογοι που δεν υπερβάλλουν, που μοιάζουν με πραγματικούς και σε κάνουν να αντιλαμβάνεσαι πράγματα με χαμηλόφωνους τρόπους, κάτι που είναι δύσκολο. Οπότε, όλη η διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας θέλω να είναι προσγειωμένη στα απολύτως απαραίτητα. Ο μινιμαλισμός προκύπτει με έναν φυσικό τρόπο. Δεν επιχειρώ να δώσω κάποιο μάθημα.

Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο με την περίπτωσή μου. Ξεκίνησε το 2013 με την «Ida», όταν ήμουν σε μια κατάσταση κατά την οποία είχα βαρεθεί τόσο πολύ τον εμφατικό κινηματογράφο, με όλες αυτές τις περιττές κινήσεις της κάμερας και την καταχρηστική παρουσία της μουσικής και όλα τα συναφή. Έτσι, η «Ida» στάθηκε κάτι σαν το κινηματογραφικό σημείο μηδέν για μένα. Έπρεπε να τα σκεφτώ και να τα αντικρίσω όλα από την αρχή, διαφορετικά. Και γενικά έχω ένα πρόβλημα με τις ταινίες που είναι πολύ μεγάλες σε διάρκεια, πολύ φορτωμένες, πολύχρωμες, με πολλή μουσική. Με εκβιάζουν και κάπως με τρομάζουν, δεν με αφήνουν να νιώσω πράγματα και απλώς με αναγκάζουν να συμμετάσχω. Και όταν βγαίνω από την αίθουσα, ξεχνάω αυτομάτως όλα όσα είδα.

Εξετάζουμε την Ιστορία με διαφορετικό και πιο υποψιασμένο τρόπο όταν μάς δίνεται η ευκαιρία να την αντικρίσουμε από ασφαλή απόσταση. Όταν το πέρασμα του χρόνου μάς βοηθά να αντιληφθούμε ξεκάθαρα πλέον τις πικρές της ειρωνείες. Υπήρχε αυτή η σκέψη στο μυαλό σας όταν γυρίζατε την ταινία; 

Ναι, αλλά αυτό είναι κάτι που νιώθω συνέχεια. Έχοντας ζήσει σε πολλές χώρες για μεγάλο χρονικό διάστημα, με συνεπαίρνει να αντιλαμβάνομαι πώς το ίδιο πράγμα μπορεί να φαίνεται διαφορετικό από μια συγκεκριμένη πολιτιστική, εθνολογική ή οπτική γωνία. Ακόμα και το πώς πολύ αξιοπρεπείς άνθρωποι υιοθετούν αφηγήσεις που σε μια άλλη χώρα θεωρούνται εντελώς αποτρόπαιες και ανείπωτες. 

Οφείλουμε τελικά να είμαστε εντελώς απαισιόδοξοι για τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα;
 
Λοιπόν, όχι. Δεν έχουν όλα χαθεί. Αρκεί οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τους άλλους με λίγη ταπεινότητα. Και να είναι ειλικρινείς. 

Η «ΠΑΤΡΙΔΑ» θα ξεκινήσει να προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου, σε διανομή SPENTZOS FILM.

Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας είχε τη χαρά να φιλοξενήσει προ ημερών την πρώτη πανελλήνια προβολή της ταινίας, καθώς και τον σκηνοθέτη της.

«Το τραγούδι δεν είναι μόνο χρήσιμο, αλλά απαραίτητο»: Πέντε χρόνια χωρίς τον Μίκη Θεοδωράκη