Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026): Το μη αναπληρώσιμο μέγεθος

Φτωχό αντίβαρο της απώλειας η «πλήρης ημερών» έξοδος ενός γίγαντα της αμερικανικής Υποκριτικής.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026): Το μη αναπληρώσιμο μέγεθος

Μεγαλώσαμε και στυλωθήκαμε σινεφιλικά με ηθοποιούς σαν τον Ρόμπερτ Ντιβάλ. Βέβαια, το «σαν» αυτό είναι δίχως ειδικό βάρος, μιας και η γενιά ερμηνευτών που εγκαινιάζεται με ηθοποιούς όπως αυτός, και στην ουσία διαδέχεται εκσυγχρονιστικά τις εξίσου σπουδαίες γενιές του ’30, του ’40 και του ’50, είναι τόσο βαρυσήμαντη και ποικιλόμορφη που καθένας τους αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τύπο ερμηνευτή.

Ο Ντιβάλ είναι τόσο παλιός που να προέρχεται από την γραμμή παραγωγής του Μπράντο, του Νιούμαν, του Κλιφτ, θρύλων δηλαδή που άλλαξαν το πρόσωπο του αμερικανικού (και παγκόσμιου) σινεμά. Ενόσω ζούσε μάς συνέδεε σαν ανθρώπινη χρονογέφυρα με την εποχή εκείνη. Νοσταλγικά ή όχι,  ο Ντιβάλ, με τους λίγο νεότερους συνοδοιπόρους του (Ντε Νίρο, Πατσίνο, Βόιτ, Κάαν, Καζάλ, Γουόκεν, Χόφμαν, Χάκμαν, Νίκολσον, Μπίτι, Ρέντφορντ – ας απολαύσουμε που οι πιο πολλοί είναι ακόμα κοντά μας), συνιστούν την τελευταία μεγάλη συνεκτική γενιά ανδρών ηθοποιών με απίθανους τίτλους στο ενεργητικό τους.

Ο Ντιβάλ ξεκίνησε στην δεκαετία του ’60, σημαδιακά με τον ρόλο του στο «To Kill a Mockingbird», έκανε την δέουσα της εποχής τηλεόραση με Alfred Hitchcock Presents και Twilight Zone μεταξύ άλλων, και από το 1966 και τον ρόλο του στο «The Chase» του Άρθουρ Πεν (ανάμεσα σε Μπράντο, Ρέντφορντ και Τζέιν Φόντα!) άρχισε να δείχνει την ερμηνευτική του φυσιογνωμία. Η οποία, με τυπικά αμερικανικό τρόπο (ας πούμε Ματ Ντέιμον σήμερα, χωρίς την σταρ στόφα) απεδείχθη απολύτως ανθεκτική στην πρωταγωνιστικότητα των συνοδοιπόρων, αλλά και τόσο εκλεκτή που να ανυψώνει τους λεγόμενους β’ ρόλους. Διέπρεψε βέβαια και ως πρωταγωνιστής, ήταν όμως αυτοί οι υποστηρικτικοί ρόλοι που ο Ντιβάλ έκανε να φαίνονται σαν το κομμάτι άνευ του οποίου το χτίσμα του έργου γκρεμίζεται.

Είναι σαφές ότι οι δύο πρώτοι «Νονοί» και το «Αποκάλυψη Τώρα» έρχονται άμεσα στο νου. Θυμάσαι φερ’ ειπείν την σκηνή της ανακοίνωσης του θανάτου του Σόνι στον «Νονό», απέναντι σε μια θηριώδη αφαίρεση του Μπράντο, και λες «αυτό που κάνει όμως ο Ντιβάλ δεν ξεχνιέται». Με ελάχιστες κινήσεις, με αίσθηση του φωτός και της μηχανής, σε κλάσματα χρόνου. Στην ταινία του 1979, η πληθωρικότητα του «αγαπώ τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί», το κόλλημά του με το σερφ, αυτή η τρομερή μάσκα ασυναισθησίας και μαζί παιδικής πώρωσης είναι προσόντα πρωταγωνιστή.

Όμως ο Ντιβάλ ήταν εργάτης. Ήταν μηχανάκι απόδοσης ρόλων, ήταν κινητή μονάδα ανύψωσης ποιότητας παραγωγής. Κι έπαιζε, σαν άψογος επαγγελματίας, σε πολλές ταινίες. Να πω το ’69 στο «Rain People» του Κόπολα, στην πρώτη τους συνεργασία, έμελλε να τα σπάσουν χρόνια μετά για τα λεφτά στον 3ο «Νονό». Να πω την αμέσως επόμενη χρονιά το «M.A.S.H.» του Όλτμαν; Το ’71 στο ντεμπούτο του Λούκας («ΤΗΧ 1138»); Το ’72 δίπλα στον Κλιντ στο «Joe Kidd»; Το ’73 στο βρωμιάρικο, ρυθμικό, έξοχο «Outfit» που τόσο αγαπά και ο Ταραντίνο; Το ’75 στην «Αριστοκρατία του Εγκλήματος» του Πέκινπα, κοντά στον Κάαν; Το ’76 στο καλύτερο, ίσως, Σέρλοκ Χολμς, ως Γουάτσον στο «Seven-per-cent Solution»; Το ’81 θαυμάσιος στο κατά τα άλλα αναιμικό «True Confessions», δίπλα στον Ντε Νίρο; Το ’83 οσκαρούχος στον Α’ Ρόλο με το «Tender Mercies»; Το ’85 στο θα-μπορούσε-καλύτερο «Lightship» του Σκολιμόφσκι, αλλά σε θεόρατη αναμέτρηση με τον παραδοσιακά τρομακτικό στο ίδιο πλάνο Μπραντάουερ; Το ’88 στο «Colors» του Χόπερ, ξανά σε κόντρα με τον πληθωρικό Σον Πεν στα λαμπρά νεανικά του βήματα; Θα μπορούσε κανείς να κάνει αυτή τη δουλειά για όλη την μακρά φιλμογραφία του.

Από το ’90 και μετά ο Ντιβάλ, παρότι μεσήλικος, έμοιασε αίφνης να μεγάλωσε, τον βλέπεις στο «Days of Thunder» και μοιάζει βετεράνος ενώ είναι μικρότερος από τον Κρουζ στο «Jack Reacher» (2012) όταν και ξαναβρέθηκαν. Μόλις όμως προσαρμόστηκε, οι ρόλοι δεν λιγόστεψαν, έστω κι αν οι ταινίες δεν ήταν παρά σπάνια αντάξιες. Πανάξιο ήταν το «Rambling Rose» της Μάρθα Κούλιτζ (όπου Λαντ και Ντερν, μαμά-κόρη, ήταν υποψήφιες για Όσκαρ). Άξιο ήταν το «The Paper» του Ρον Χάουαρντ, αντάξιο πλήρως το «Sling Blade» του Μπίλι Μπομπ Θόρντον (δεν παύεις να εκπλήσσεσαι που έχει λησμονηθεί, δυο φορές καλύτερο από σχεδόν κάθε πολυδιαφημισμένο indie έκτοτε), δυνατό το «The Apostle», που ήταν και η δεύτερη σκηνοθεσία του (το έγραψε κιόλας) και τον έφτασε ξανά στα Όσκαρ για Α’ Ανδρικό, το έχασε από τον Νίκολσον, μπορούσε να το χάσει και από τον Πίτερ Φόντα, ήταν όμως αντάξιος, αν όχι «ανώτερος», των παλιοσειρών.

Κι έχεις τόσες παρουσίες να θυμηθείς κι έπειτα, αναφορικά μόνο το τέλειο «Open Range» του Κόστνερ, το «We Own the Night» του Τζέιμς Γκρέι, το «Crazy Heart» του Κούπερ, στο οποίο ήταν και παραγωγός (που ποτέ δεν είδαμε στις αίθουσες στην Ελλάδα κι ας είχε το Όσκαρ του Μπρίτζες), το «The Road» του Χίλκοουτ, το ευφυές και απρόσμενο «Get Low», όπου ήταν θριαμβευτικός, το «The Judge», που δεν ήταν σπουδαίο, αλλά αυτός ήταν και στα Όσκαρ σημειώθηκε για έβδομη και τελική φορά μια υποψηφιότητα.

Τι είχε ο Ντιβάλ; Δυο μικρά μάτια που χαμογελούσαν, έκλαιγαν και ήξεραν ταυτόχρονα. Ένα σώμα ειδικής ενέργειας που μπορούσε να παύσει και να αναδείξει πόσο ηθοποιός του γκρο πλαν ήταν, ακόμα και σε ύστερες παραγωγές που δεν ήξεραν καν τι τους προσδίδει ο άνθρωπος. Ένα αμερικάνικο φλέγμα, απλότητας και ουσίας, ρώμης και αφαίρεσης, ερμηνείας στην ακρόαση (όπως ελάχιστοι ηθοποιοί ξέρουν) και λόγου που μοιάζει να αφουγκράζεται τι λέει, σε ποιον το λέει και τρόπου σκεπτόμενης εκφοράς του που βάζει τον θεατή στο παιχνίδι. Ο Ντιβάλ ήταν εργάτης-ρολίστας τύπου Γουόλτερ Μπρέναν, ήταν πρωταγωνιστής σε κάθε σκηνή του, ήταν αθόρυβος, ηθικός στο ότι ποτέ δεν έκλεψε το βλέμμα σου από εκεί που το ήθελε η σκηνή. Ο Ντιβάλ είναι ένας από την πανίσχυρη αλυσίδα των μη αναπληρούμενων εκείνης της γενιάς. Εν μέρει λυπάσαι γιατί θα φύγει ατραγούδιστος από πολύ κόσμο που βλέπει στα γρήγορα τις ταινίες σήμερα. Όσο βαρύ κι αν είναι όμως να ξέρεις ότι δεν βρίσκεται πια στη ζωή ανάμεσά μας, άλλο τόσο χαρμόσυνη είναι η επιβεβαίωση πως στου ηθοποιού τη ζωή, στον κινηματογράφο μας, είναι αμετακίνητα στην υψηλή θέση που πάντοτε τον είχαμε.

Φρέντερικ Γουάιζμαν (1930-2026): Έφυγε ο ντοκιμαντερίστας-έμβλημαΣτο περιθώριο του Χόλιγουντ: Η ζωή και η ριζοσπαστική καριέρα του Τζον Κασαβέτη