Κάρλος Σάουρα (1932-2023): Σίγησε μια σπουδαία φωνή του ευρωπαϊκού σινεμά

Με κοντά 50 ταινίες σε μια υπερεξηκονταετή διαδρομή, ο εκλιπών σφράγισε το σινεμά και την ιστορία της Ισπανίας, με έργο που αναγνωρίστηκε ευρωπαϊκά και υπερατλαντικά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Κάρλος Σάουρα (1932-2023): Σίγησε μια σπουδαία φωνή του ευρωπαϊκού σινεμά

Για την γενιά των σημερινών 50άρηδων ο Αλμοδόβαρ είναι Ο Ισπανός δημιουργός. Με αυτόν μεγάλωσε, με αυτόν γνώρισε μια άλλη, πιο χρωματιστή, πιο έξω καρδιά και πιο μελοδραματική Ισπανία, μια χώρα που μέσω του κινηματογραφικού δημιουργού της «ενηλικιώθηκε» μαζί μας. Η προηγούμενη γενιά είχε τον Σάουρα - και οι μπαμπάδες της τον Μπουνιουέλ για να κλείσει η σπανιόλικη Αγία κινηματογραφική Τριάδα.

Το καλό με τους αλμδοβαρικούς είναι ότι είναι και η τελευταία γενιά που ανδρώθηκε «παραδοσιακά» βλέποντας ταινίες στην αίθουσα, ακολουθώντας έναν «σώφρονα» τρόπο πέψης ταινιών, εμβαθύνοντας και βρίσκοντας ανάγκες που γυρνούσαν το ρολόι στην ιστορία αυτών που γέννησαν παροντικούς ήρωες. (Αυτό δεν σημαίνει ότι η σωφροσύνη απουσιάζει από απάντες της νεότερης γενιάς. Η ευκολία της πρόσβασης όμως είναι τέτοια - και σε πλήρη συμμετρία με τους καρφωτούς ρυθμούς - που εξωθείται ο λάτρης σε ακατάσχετη κατανάλωση, λέξη που δεν αρμόζει απαραίτητα στην τέχνη. Άλλη συζήτηση). Γυρίζοντας λοιπόν το ρολόι αυτό δεν μπορούσες να μην βρεθείς μπροστά στον Κάρλος Σάουρα.

Ο οποίος γεννήθηκε στην Χουέσκα εκεί στα βορειοανατολικά της Ισπανίας, σε μια εποχή που η αδιανόητη - ακόμα και για εμάς τους πρυτάνεις του Έλληνες - ένταση του Διχασμού ήταν ήδη στο φόρτε της. Ο Σάουρα γεννήθηκε σε οικογένεια εύρωστη, «συστημική» θα την αποκαλούσε η σημερινη ορολογία, με πατέρα δημόσιο υπάλληλο και μητέρα πιανίστα. Η αναμέτρηση των Βασιλικών/Εθνικιστών με τους Δημοκρατικούς μαινόταν ήδη. Και θα σημείωνε το  έργο του Σάουρα από πολύ νωρίς.

Η ταινία που έρχεται το 1966 και συνοψίζει πρακτικά, παρότι πρόωρα, την πολιτική περίοδο του Σάουρα, είναι βέβαια τα «Κυνήγι», με το αξέχαστο φινάλε του και την έξοχη φωτογράφηση μιας εθνικής, ταξικής αυτοκαταστροφής. Η ταινία του χάρισε την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο και τον έβαλε μονομιάς στον χάρτη. Κάπου εκεί ο Σαουρα γνωρίζεται με την Τζεραλντίν Τσάπλιν. Έκαναν μαζί 9 ταινίες, έμειναν μαζί 13 χρόνια και κάποιος θα έλεγε ότι όλη αυτή είναι η «περίοδος Τσάπλιν» του έργου του, περίοδος εμπνευσμένη, περίοδος βαθιά πολιτική, σε συνάρτηση με μια ηφαιστειώδη εποχή για την χώρα του.

«Ο Κατήφορος του Πάθους» (επίσης Αργυρή Άρκτος!), η «Madriguera», οπωσδήποτε «Η Άννα και οι Λύκοι», για κάποιους ακόμα πιο οπωσδήποτε το «Θρέψε Κοράκια» (φωτό άνωθεν) που παίρνει Μεγάλο Ειδικό Βραβείο το 1976 στις Κάννες και η κωμική αλληγορική φαντασία (και συνέχεια του Η Άννα και οι Λύκοι) του «Η Μαμά Έγινε 100 Χρονών» (που έφτασε να προταθεί και για Ξενόγλωσσο Όσκαρ), είναι όλα τους από την περίοδο αυτή και ανήκουν στην πινακοθήκη των ταινιών που ένας σινεφίλ εκτιμά ως βασικές.

Στις Κάννες για το «Elisa, Vida Mia» με την Τζέραλντιν και τον Φερνάντο Ρέι

Με την έλευση του '80, εκείνης της παρεξηγημένης εποχής που απάντησε με τον τρόπο της στην «υπερβολική» πολιτικοποίηση των τριών περασμένων δεκαετιών (στην Ισπανία των έξι περασμένων δεκαετιών), ο Σάουρα πέρασε σε μια άλλη φάση, νυμφεύθηκε άλλη σύζυγο και άρχισε να βλέπει την Ισπανία του πιο αισθησιακά. Εδώ είναι η περίοδος του Φλαμένκο του και η περίοδος μιας «εξαργύρωσης» - με την καλύτερη έννοια - της φήμης που ανέπτυσσε επί 20 χρόνια.

Ο Σάουρα έφερε την περίφημη «Κάρμεν» του το 1983 - σε μια χρονιά συμπτώσεων και ο Γκοντάρ παρέδιδε την δική του εκδοχή με το «Όνομα: Κάρμεν» - και συνένωνε τον μεγάλο Αντόνιο Γκάδες, τον Πάκο ντε Λουτσία και βέβαια την Λάουρα ντελ Σολ ως Κάρμεν. Ήταν το μέσο της τριλογίας του Φλαμένκο, ανάμεσα στον «Ματωμένο Γάμο» του 1981 και τον «Μάγο Έρωτα» του 1986. Όλα τους είχαν παρόντα τον Γκάδες, όλα τους γνώρισαν τιμή και εισπράξεις, η «Κάρμεν» έφτασε επίσης στο Ξενόγλωσσο, πήρε BAFTA και δύο βραβεία στις Κάννες, σε μια καλή χρονιά με Ταρκόφσκι, Όσιμα, Μπρεσόν, Γκιουνέι, Γουίαρ, Σκορσέζε και άλλους, όπου το βραβείο πήγε στον Ιμαμούρα και την «Μπαλάντα του Ναραγιάμα».

Με τον Αντόνιο Γκάδες

Στα επόμενα χρόνια ο Σάουρα υπήρξε παραγωγικότατος, επανήλθε ακόμα μια φορά, πιο ελαφριά πάντως, και στο ναρκοπέδιο του Εμφυλίου με το «Ω! Καρμέλα» (με την Κάρμεν Μάουρα - περισσότερα Γκόγια Α' Ρόλου από κάθε ομόλογή της - ήδη τότε μέλος και του αλμδοβαρικού θιάσου), έκανε ταινίες που είναι ίσως γνωστότερες και σε νεότερες γενιές σινεφίλ («Flamenco» - 1995, «Tango» - 1998, «Γκόγια» - 1999) και μέστωσαν ακόμα περισσότερα ένα στιλ κατάδικό του, πληθωρικό, ευλύγιστο, αισθησιακό και σουρεαλιστικό. Σε αυτά ας προσθέσουμε και δύο ντοκιμαντέρ, των '00ς αυτά, το «Iberia» (2005) και το «Fados» (2007), το ένα για την σουίτα του Άλμπενιζ και το άλλο για το διάσημο είδος τραγουδιών, στα οποία συνωθούνται οι προσωπικότητες των χώρων τους, γιορτάζονται κουλτούρες και χοροί, με τον ίδιο τον Σάουρα να αναλαμβάνει και χρέη σκηνογράφου (!) σε αμφότερα.

Μια πέρα ως πέρα σημαντική, συμβολική απώλεια, ένα συνώνυμο μιας δημιουργικά εκθαμβωτκής εποχής για την Ευρώπη, μια γέφυρα ανάμεσα στον Μπουνιουέλ και τον Αλμοδόβαρ και μια περίπτωση δημιουργού βαθιά προσηλωμένου στην εθνική κινηματογραφία ως έννοια (και όχι ως ιδεολογικό βαρίδι) που σταδιακά όλο και εξανεμίζεται στις μέρες μας.

Θα λείψει, ήταν ενεργός, ετοίμαζε (αναφέρει το imdb) ταινία για τον Γ.Σ. Μπαχ - είχε κάνει και μια ταινία για το ΝτονΤζιοβάνι του Μότσαρτ παλιότερα (2009) - αλλά το έργο του είναι ευρύ, λάτρεις και θαυμαστές έχουν που να απευθυνθούν εάν κρίνουν πώς απαιτείται στο κινηματογραφικό του διαιτολόγιο. 

Ας είναι ελαφρύ το χώμα.