Μια οικογένεια, μια γειτονιά και ένας κόσμος που αλλάζει
Υπάρχει κάτι σχεδόν αφοπλιστικά παιχνιδιάρικο στην κεντρική ιδέα του «Τέλος της Οδού Όουκ». Μια συνηθισμένη αμερικανική γειτονιά των αρχών της δεκαετίας του '80 βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με πλάσματα που ανήκουν σε έναν κόσμο εκατομμυρίων ετών μακριά από τον δικό της. Πίσω όμως από τους δεινόσαυρους, την περιπέτεια και το θέαμα, ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ που έχει παραδώσει τα εντυπωσιακά «It Follows» και «Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης» επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία μιας οικογένειας που έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται πριν εμφανιστεί οποιαδήποτε εξωτερική απειλή.
Η ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου του Μίτσελ, τοποθετείται το 1982 και επικεντρώνεται στην οικογένεια Πλατ. Η Ντενίζ (Αν Χάθαγουεϊ) και ο σύζυγός της Γκρεγκ (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ) μαζί με τα δύο παιδιά τους, την Όντρεϊ και τον Μπράιαν (Μέιζι Στέλα και Κρίστιαν Κόνβερι αντίστοιχα), προσπαθούν να επιβιώσουν μετά από ένα μυστηριώδες κοσμικό φαινόμενο που αποκόπτει τη γειτονιά τους από τον γνωστό κόσμο και τη μεταφέρει σε ένα αδιανόητα επικίνδυνο περιβάλλον.
Το «Τέλος της Οδού Όουκ» επιστρέφει τον Μίτσελ στο σινεμά 8 χρόνια μετά το αινιγματικό «Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης» και αποτελεί ένα ιδιόμορφο πάντρεμα εμπορικού σινεμά υπό το ιδιαίτερο κινηματογραφικό βλέμμα που τον έκανε γνωστό μέσω του υπαρξιακού horror «It Follows». Στην παραγωγή βρίσκεται ο Τζ. Τζ. Έιμπραμς, που έχει συνδέσει το όνομά του με τίτλους που συνδυάζουν επιστημονική φαντασία, συναίσθημα και μεγάλο κινηματογραφικό θέαμα, όπως το «Super 8», το «Star Trek» και τα πρόσφατα «Star Wars».
Η εικόνα που γέννησε την ταινία
Η ιδέα ξεκίνησε από μια βόλτα. Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ περπατούσε στη γειτονιά του όταν παρατήρησε ένα σπίτι και ένα στενό δρομάκι. Μέσα σε αυτό το απολύτως καθημερινό σκηνικό, φαντάστηκε ξαφνικά έναν δεινόσαυρο να ψάχνει στα σκουπίδια. Η αντίθεση ανάμεσα στο αδύνατο και στο τετριμμένο, ένα προϊστορικό ζώο μέσα σε μια ήσυχη μεσοαστική γειτονιά, έγινε η πρώτη εικόνα της ταινίας.
«Μπορούσα πραγματικά να τον δω», εξηγεί ο σκηνοθέτης. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι ήθελε να γράψει κάτι που να μεταφέρει ακριβώς αυτή την αίσθηση: το φανταστικό να εισβάλλει όχι σε έναν εξωτικό κόσμο, αλλά στον πιο αναγνωρίσιμο, καθημερινό, κοινό χώρο.
Η επιθυμία του, άλλωστε, να γυρίσει μια ταινία με δεινόσαυρους προϋπήρχε. Ο πατέρας του ήταν λάτρης της παλαιοντολογίας και ο ίδιος μεγάλωσε με βιβλία για δεινόσαυρους και με τις ταινίες του Ρέι Χαριχάουζεν, όπως «Η Κοιλάδα του Γκουάνγκι» (1969) όπου καουμπόηδες έρχονται αντιμέτωποι με έναν Αλλόσαυρο. Το ζητούμενο δεν ήταν επομένως αν θα έκανε κάποτε μια ταινία με δεινόσαυρους, αλλά ποια θα μπορούσε να είναι η δική του εκδοχή.
Γιατί το 1982 έχει σημασία
Η επιλογή της δεκαετίας του ’80 δεν λειτουργεί απλώς ως αισθητικό ή νοσταλγικό υπόβαθρο. Για τον Μίτσελ είναι μια επιστροφή στα παιδικά του χρόνια, αλλά και σε ένα είδος αμερικανικού σινεμά στο οποίο το θέαμα δεν είχε ακόμη αποσυνδεθεί από τους χαρακτήρες.
«Ήμουν παιδί τη δεκαετία του ’80 και αναπολώ εκείνη την εποχή που είναι πολύ σημαντική για 'μένα. Νομίζω πως τότε, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, υπήρχαν πολύ δυνατές ταινίες που βασίζονταν σε χαρακτήρες με τους οποίους συνδεόσουν και για τους οποίους νοιαζόσουν πραγματικά. Αν λοιπόν πάρεις αυτούς τους ανθρώπους και τους βάλεις σε πολύ επικίνδυνες, ενδιαφέρουσες καταστάσεις, αναγκάζοντάς τους να βρουν τρόπους να τις αντιμετωπίσουν, τότε, επειδή ενδιαφέρεσαι πραγματικά γι’ αυτούς, το θέαμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία».
Έτσι, οι Πλατ δεν παρουσιάζονται εξαρχής ως μια ενωμένη οικογένεια που καλείται απλώς να νικήσει ένα τέρας. Καθένας κουβαλά προβλήματα, απογοητεύσεις και μυστικά. Η Ντενίζ και ο Γκρεγκ βρίσκονται σε κρίσιμη φάση της σχέσης τους, ενώ και τα παιδιά βιώνουν τις δικές τους δυσκολίες. Ο πραγματικός κίνδυνος τούς αναγκάζει να αναμετρηθούν όχι μόνο με όσα υπάρχουν έξω από το σπίτι τους αλλά και με όσα έχουν μείνει ανείπωτα μέσα σε αυτό.
«Όλα τα μέλη της οικογένειας Πλατ έχουν τα δικά τους προβλήματα, τις δικές τους δυσκολίες, τα δικά τους μικρά μυστικά που δεν μπορούν να μοιραστούν μεταξύ τους. Όταν όμως αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια επικίνδυνη κατάσταση, όπου διακυβεύεται η ίδια τους η ζωή, αναγκάζονται να συνδεθούν μεταξύ τους… ή και όχι», σχολιάζει ο Μίτσελ.
Η Αν Χάθαγουεϊ στην πρώτη γραμμή
Στην καρδιά του φιλμ βρίσκεται η Ντενίζ Πλατ. Για τον Μίτσελ, η Αν Χάθαγουεϊ ήταν εξαρχής η ηθοποιός που μπορούσε να ενώσει τις δύο όψεις της ταινίας: το οικογενειακό δράμα και την καθαρόαιμη περιπέτεια επιβίωσης. Ο σκηνοθέτης γνώριζε τις δραματικές της δυνατότητες. Εκείνο που τον εντυπωσίασε στα γυρίσματα ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τις στιγμές φόβου, κινδύνου και σωματικής έντασης.
«Ήταν κάτι που δεν την είχα ξαναδεί να κάνει και ήταν πραγματικά συναρπαστικό. Ανυπομονώ να τη δει το κοινό σε αυτού του είδους τον ρόλο, να περνάει μέσα από όλο αυτό το φάσμα, τη δύναμη, τον φόβο, τον πόνο και όλα τα υπόλοιπα. Είναι πειστική, είναι αληθινή».
Απέναντί της, ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ δίνει στον Γκρεγκ μια πιο εύθραυστη ποιότητα. Ο Μίτσελ μιλά για το «βάθος», τη «γοητεία» και την αγάπη που έφερε ο ηθοποιός σε έναν άνδρα που παλεύει με τις αποτυχίες και τις εκκρεμότητες της ζωής του: «Έχει μια πραγματικά αξιαγάπητη, υπέροχη ποιότητα, η οποία σου επιτρέπει να μπεις μέσα στην οικογένεια, να συνδεθείς πραγματικά μαζί τους και να νοιαστείς γι’ αυτούς».
Και ανάμεσα σε ανθρώπους και δεινόσαυρους υπάρχει και... ο Στάρμπακ, ο σκύλος των Πλατ. «Η δουλειά με ζώα είναι πάντα δύσκολη, αλλά ο δικός μας Στάρμπακ ή για την ακρίβεια οι Στάρμπακ, αφού ήταν δύο, μας χάρισε πραγματικά πανέμορφες σκηνές. Είχαμε έναν πολύ ταλαντούχο εκπαιδευτή για αυτά τα εξαιρετικά ταλαντούχα σκυλιά, κάτι που ήταν σπουδαίο».
Ο Τζ. Τζ. Έιμπραμς και η «παράλογη» ιδέα που έμοιαζε ιδανική
Για τον Τζ. Τζ. Έιμπραμς το ενδιαφέρον για την ταινία υπήρξε άμεσο. Όταν η εταιρεία παραγωγής του Bad Robot έλαβε το πρωτότυπο σενάριο του Μίτσελ είδε σε αυτό ένα κόνσεπτ που παρέπεμπε στη «Ζώνη του Λυκόφωτος», μια απλή ερώτηση «τι θα συνέβαινε αν…;» να οδηγεί συνηθισμένους, ατελείς ανθρώπους σε μια εντελώς εξωπραγματική κατάσταση. Ο Έιμπραμς ήταν ήδη θαυμαστής του Μίτσελ και, όπως λέει, «άρπαξε την ευκαιρία» να συνεργαστεί μαζί του.
Εκείνο που τον κέρδισε ήταν ακριβώς η σύγκρουση των δύο κόσμων. «Ο Ντέιβιντ έχει πάντοτε ξεκάθαρο όραμα. Έβλεπε την ταινία ως ένα προσγειωμένο, δραματικό έργο που, κατά κάποιον τρόπο, καταλήγει να γίνεται εντελώς παρανοϊκό. Το κινηματογραφικό ύφος είναι εντελώς δικό του. Εξαιρετικά μελετημένη δουλειά στην κάμερα, ζουμ και λήψεις με split diopter, μία σχεδόν ανεξάρτητη κινηματογραφική ματιά που μεταβάλλεται καθώς συναντά τον όγκο μιας μεγάλης στουντιακής παραγωγής. Η αισθητική αυτή ήταν εξαρχής μια συναρπαστική πρόταση», σχολιάζει ο Έιμπραμς.
Αληθινή γειτονιά απέναντι σε ψηφιακούς δεινόσαυρους
Αφού οι δεινόσαυροι είναι ψηφιακοί, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα έπρεπε σύμφωνα με τον Μίτσελ να είναι όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ατλάντα της Τζόρτζια, έπειτα από εκτεταμένη αναζήτηση για μια γειτονιά που θα μπορούσε να στηρίξει την ψευδαίσθηση της αμερικανικής προαστιακής ζωής του 1982.
Ο σκηνοθέτης δεν ήθελε έναν κόσμο χτισμένο κυρίως πάνω σε πράσινες οθόνες και ψηφιακά φόντα. Χρειαζόταν αληθινά σπίτια, δρόμους και αυλές, ώστε το αδύνατο να μοιάζει ότι συμβαίνει μέσα σε έναν απολύτως πραγματικό χώρο.
«Έπρεπε να έχουμε πραγματικές αυλές, πραγματικά σπίτια, πραγματικούς δρόμους, και χρειάστηκε μια εκτεταμένη αναζήτηση για να βρούμε τη σωστή γειτονιά. Η σκηνογράφος μας, η Μάγια Σιμογκούτσι, έκανε καταπληκτική δουλειά, με εκτεταμένη έρευνα τοποθεσιών και την εύρεση πραγματικών χώρων που μπορούσαν να λειτουργήσουν σε συνδυασμό με ορισμένες κατασκευές σκηνικών. Ο σχεδιασμός της για το εσωτερικό του σπιτιού ήταν εκπληκτικός», περιγράφει με περηφάνεια ο σκηνοθέτης.
Η κάμερα κοιτάζει προς τα πίσω
Την ίδια λογική ακολούθησε και η φωτογραφία του Μάικ Γιουλάκη, σταθερού συνεργάτη του Μίτσελ. Οι δυο τους επιχείρησαν να προσεγγίσουν τον τρόπο με τον οποίο κινηματογραφούνταν αντίστοιχες ταινίες στα τέλη των ’70s και στις αρχές των ’80s.
«Αυτό σήμαινε να μην έχουμε υπερβολικά μεγάλη κάλυψη με πολλές διαφορετικές λήψεις, να αφήνουμε τα πράγματα να εξελίσσονται μέσα στο ίδιο πλάνο και να επιβραδύνουμε τον ρυθμό του μοντάζ» εξηγεί ο Μίτσελ. Η φαινομενική απλότητα, ωστόσο, απαιτούσε πολύπλοκο σχεδιασμό. Η σκηνή της καταδίωξης με τον Αλλόσαυρο χρειάστηκε εκτεταμένο εντοπισμό τοποθεσιών, τεχνικές πρόβες και επανειλημμένες δοκιμές με την κάμερα.
Οι δεινόσαυροι ως ζωντανά πλάσματα
Για τη δημιουργία των προϊστορικών ζώων, ο Μίτσελ συνεργάστηκε με τον επόπτη οπτικών εφέ Τζέι Κούπερ της θρυλικής Industrial Light & Magic των «Jurassic Park». Η πρόκληση δεν ήταν απλώς να δημιουργηθούν εντυπωσιακοί δεινόσαυροι. Ο σκηνοθέτης ήθελε η ταινία να δίνει την αίσθηση πως τα πλάσματα έχουν δική τους ζωή και συμπεριφορά, ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι βρίσκονται κοντά τους. Να μην υπάρχουν, δηλαδή, αποκλειστικά για να εμφανίζονται την κατάλληλη στιγμή και να τρομάζουν τους πρωταγωνιστές.
«Θέλαμε να δημιουργήσουμε ζωή και να διασφαλίσουμε ότι θα είναι "πραγματικά" ζωντανά ζώα και όχι απλώς κάποια πλάσματα που υπάρχουν μόνο και μόνο για να εξυπηρετούν συγκεκριμένες στιγμές της ταινίας. Θέλαμε να υπάρχει εκεί πραγματική υφή, πραγματική αίσθηση ζωής».
Μια καλοκαιρινή περιπέτεια που θέλει να είναι κάτι περισσότερο
Ο Τζ. Τζ. Έιμπραμς περιγράφει το «Τέλος της Οδού Όουκ» ως την κατεξοχήν εμπειρία κινηματογραφικής αίθουσας, μια ταινία στην οποία το κοινό ουρλιάζει, γελά, συγκινείται και ζητωκραυγάζει μαζί. Για εκείνον, είναι από εκείνες τις παραγωγές που υπενθυμίζουν «γιατί πηγαίνουμε σινεμά».
Πίσω από αυτή τη λογική της μεγάλης καλοκαιρινής περιπέτειας, όμως, κρύβεται μια πιο ενδιαφέρουσα αντίθεση. Ο Μίτσελ παίρνει τον κόσμο της αμερικανικής προαστιακής νοσταλγίας, τον γεμίζει με δεινόσαυρους και στη συνέχεια τον χρησιμοποιεί για να δοκιμάσει τους δεσμούς μιας οικογένειας.
Όσοι/-ες λατρεύετε τους δεινόσαυρους και το περιπετειώδες σινεμά που παραπέμπει στον Στίβεν Σπίλμπεργκ, αναζητήστε το «Τέλος της Οδού Όουκ» στις αίθουσες!
INFO
Η ταινία «Το Τέλος της Οδού Όουκ» κυκλοφορεί την Πέμπτη 27 Αυγούστου στις αίθουσες από την Tanweer.





