Στην ιστορία του Χόλιγουντ υπάρχουν οι πρωταγωνιστές που δεν μπορείς να αποφύγεις, ηθοποιοί (σχεδόν πάντοτε) μεγάλης κινηματογραφικής κλάσεως και αρκετής καλής συγκυρίας ικανής να αρθρώσει μια συνεπή καριέρα. Και υπάρχουν και αυτοί που ενώ γεννήθηκαν πρωταγωνιστές και είναι σαφής η κλάση και η φωτογένειά τους, δεν είχαν τα αστέρια με το μέρος τους.
Ο Βαλ Κίλμερ ήταν, προφανώς, μέρος της δεύτερης αυτής κατηγορίας. Δεν πρέπει να υπάρχει άνθρωπος που τον πρωτοείδε στο «Top Secret!» και τον λησμόνησε ποτέ για τη λάμψη, την αύρα και την εξυπηρέτηση της παλαβής αντιστάρ σάτιρας. Δεν πρέπει να ήταν επίσης πολλοί που θα μπορούσαν να αντέξουν στον φακό τον τυφώνα «Τομ Κρουζ» στο «Top Gun» (1986). Αυτός το κατάφερε, το άντεξε και δημιούργησε κι έναν χαρακτήρα που στην «χάρτινη» ιστορία του μπλοκμπάστερ αποτελεί θρύλο.
Ο Κίλμερ ήταν άτυχος που έπεσε πάνω στον Τομ Κρουζ εκείνη την εποχή. Είναι σχεδόν αδύνατον μια εποχή να αντέξει δύο teen idols, τα ‘50ς το κατάφεραν γιατί ο Ντιν πέθανε αμέσως, ο Μπράντο ήταν «κάτι άλλο» και ο Κλιφτ δεν θα έπαιζε ποτέ αυτό το παιχνίδι. Όμως στα νέο-εμπορικά ‘80ς οι ταινίες που θα τον έφερναν στην πρώτη γραμμή θα ήταν οι ταινίες που δεν θα έπαιρνε ο αντίπαλος. Ακόμα και το «Willow» ήταν το δικό του «Legend» - αλλά όχι τόσο καλό. Θα έπαιζε όμως εκεί με την Τζόαν Γουόλι, την σύζυγό του από την ίδια χρονιά. Θα έμεναν μαζί ως τα μέσα των ’90ς.
Οπότε ο Κίλμερ οδηγήθηκε, βοηθούντος και ενός στρυφνού χαρακτήρα που δεν άργησε να γίνει ρετσινιά του στους διαδρόμους, σε ταινίες που ένας σταρ δεν θα έπαιρνε ποτέ. Ήταν βέβαια απολαυστικό το «Kill Me Again» (1989) του Τζον Νταλ, του καλύτερου (συστηματικού) νεονουαρίστα που έσκασε από τα ‘80ς κι έπειτα.
Όταν όμως έγινε Τζιμ Μόρισον, εκεί στο 1991, για τον Όλιβερ Στόουν και τους «Doors» του, έφτασε ο άνθρωπος μεμιάς στην αποθέωση. Για ακόμα μια φορά στεκόταν eye to eye με κάποιον τόσο «μεγαλύτερο από την πραγματικότητα», που κάθε ηθοποιός και θεατής ξέρει ότι είναι φτιαγμένος να σε καταπιεί. Και έβγαινε νικητής, θριαμβευτής κανονικός, lizard king με σάρκα και οστά που μόνο το σινεμά αναπλάθει, εκθαμβωτικός, πλημμυρισμένος κυτταρικά από μια Μέθοδο που λίγοι ανέδειξαν τόσο στα χρόνια του. Ίσως κανείς πρωταγωνιστικά στην γενιά του.
Κατά μία έννοια, αυτή ήταν η «solo» κορυφή του. Ποτέ δεν ξεπέρασε αυτό το πρωταγωνιστικό θάμβος. Και την ταινία που σήμερα, στην αποφράδα μέρα της εξόδου του, όλοι αναφέρουν, τότε ελάχιστοι αναλογικά είδαν. Ο Κίλμερ δεν τα πήγε ποτέ καλά με τα ταμεία.
Μολονότι ήταν σαφές ότι κάτι έπαιζε στην σχέση της φωτογένειάς του με το πλατύ κοινό, στα πιο μετρήσιμα έφταιγαν οι ταινίες. Το «Batman Forever» του, θεωρητικά η μεγαλύτερη εμπορική του στιγμή, είχε αρετές αλλά δεν είχε πόδια, σήμερα αντέχει περισσότερο σαν τυπικό καλτ λούνα παρκ του Τζόελ Σουμάχερ, παρά σαν μια ταινία που χρειαζόταν ένα «διαμέτρημα Κίλμερ». «Ο Άγιος» (1997), μια πολύ καλογυρισμένη περιπέτεια, απέτυχε επικοινωνιακά στην εποχή του, δεν γκέλαρε και ολοκλήρωσε και τυπικά τις πιθανότητες του Κίλμερ για stardom αυτού του τύπου. Στον αμείλικτο αυτό κόσμο ήταν κιόλας 38.
Μέχρι τότε βέβαια, η οθόνη τον είχε χρειαστεί και αυτός, ειδικά σε δύο περιπτώσεις είχε ανταποδώσει ιστορία. Ήταν μεν πολύ καλός στο «Thunderheart»(1992) του Άπτεντ, αλλά ήταν υψηλότατος Ντοκ Χόλιντεϊ στο «Tombstone» του Κοσμάτος, και ήταν βέβαια ανυπολόγιστος Κρις στο «Heat» του Μαν, μετεωρικός σε αυτό το ανυπέρβλητο παιχνίδι αστεριών που ήταν το έργο, σε δικό του σύμπαν με τον Ντε Νίρο.
Όμως σταρ σημαίνει. εκτός από τα ανεξέλεγκτα της όψης και της τύχης, πέρα και από την σοβαρή επαγγελματική συμπεριφορά, προσεκτικές επιλογές. Με το «Νησί του Δόκτωρος Μορώ», σε μια ακόμα απόδειξη του πόσο ατρόμητος ήταν στο με ποιον θα αναμετρηθεί στο πλάνο, απέναντι σε έναν εντελώς εκτός φάσης Μπράντο και σε μια παραγωγή αδύναμη να αντιμετωπίσει δυσκολίες (που τραβούσε ο οργανισμός της), ο Βαλ Κίλμερ άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, πήρε το λάθος χάπι. Παρότι υπήρξαν εγχειρήματα έκτοτε, κάποια φιλοδοξιών, πρακτικά το Χόλιγουντ των μεγάλων τελείωσε εκεί και μοναδικό πραγματικό θύμα ήταν ο ίδιος. Δεν είναι τυχαίο ότι «Ο Άγιος» ήταν την επόμενη χρονιά, ούτε βέβαια ότι το «Red Planet» (2000) βυθίστηκε αύτανδρο.
Έκτοτε δεν έχει νόημα να ψάχνουμε που χάθηκε το παιχνίδι. Ο Κίλμερ ήταν πια από Ροκ Χάντσον Ντέινα Άντριους να το πούμε με όρους του ’50-’60 και οι δουλειές του από εδώ και μπρος θα ήταν ή δεύτεροι (θεωρητικά) ποιοτικοί ρόλοι σε υπερπαραγωγές ή πρωταγωνιστικοί σε b movies. Κρατάμε κάποια; Εμείς ναι, πολλά. Ο σκληρός φιλοθεάμων κόσμος, ίσως, ούτε ένα. Εμείς μπορούμε να πούμε «Spartan», «Φιλιά και Σφαίρες», «Felon», «Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη», «Bloodworth» φυσικά, «Twixt» εννοείται, το φαντασματικό πέρασμα στον (κατακρεουργημένο) «Χιονάνθρωπο», εσείς θα πείτε «σοβαρέψου». Δεν θα το πείτε, τουλάχιστον, για την τελευταία του κινηματογραφική στιγμή, το cameo στο πρόσφατο «Top Gun», μια αφάνταστα συγκινητική σκηνή και ένα meta μνημείo για την καρδιά του blockbuster. Οι δυο ταινίες ήταν, κατά κάποιον τρόπο, πρόλογος κι επίλογος μιας καριέρας, δυστυχώς ήταν και μια απόδειξη της σκληρότητας της ζωής, ένα βαθύ, παραμορφωτικό ράγισμα στον καθρέφτη της χολιγουντιανής ματαιοδοξίας.
Στις Κάννες του 2021 είδαμε και το «Val», φτιαγμένο από τις προσωπικές βιντεο-ψηφίδες μιας ζωής καταγεγραμμένης. Ήταν μαζί σημαντικό και συναισθηματικά αποκαρδιωτικό, προσωπικά απέτυχα να διαχωρίσω την δύναμη της ζωής από την ήττα μας.
Χθες, 1η Απριλίου, διόλου σαν ψέμα, μια πνευμονία αποτελείωσε τον ερειπωμένο οργανισμό που ταλανίστηκε επί χρόνια από τον καρκίνο. Τώρα μπορεί με όλη του την ησυχία πια να παραμείνει για πάντα απείραχτος στο σινεμά της ζωής μας.