Κάννες 2026: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μας κερνά «Πικρές Γιορτές»

Ο λατρεμένος Ισπανός δημιουργός υπογράφει μια αυτομολόγητα δευτερεύουσα ταινία στην καριέρα του για το δημιουργικό αδιέξοδο, το σκηνοθετικό κενό, το design εσωτερικών χώρων και την πάρτη του.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη
Κάννες 2026: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μας κερνά «Πικρές Γιορτές»

Ένα βουβό βράδυ του 2004, μια σκηνοθέτης με δύο καλτ τίτλους και πολλά διαφημιστικά στο ενεργητικό της, νιώθει ξαφνική αδιαθεσία και ζητάει από τον πυροσβέστη/στρίπερ σύντροφό της να την πάει στην εντατική. Μια φίλη της θα διαγνώσει κρίση πανικού και μια ψυχολόγος θα της συστήσει ένα ταξίδι για να ξεκουραστεί. Το 2026 ένας σκηνοθέτης προσπαθεί να ολοκληρώσει το σενάριο που αφηγείται την παραπάνω ιστορία. Όταν φτάνει να πληκτρολογήσει το "τέλος" καταλαβαίνει πως κάτι του λείπει... 

Με τη στροφή του αιώνα στον Αλμοδόβαρ υπάρχει μια σταδιακή μεταστροφή. Ο Ισπανός δημιουργός είχε πλάσει μέχρι εκείνο το σημείο ένα κουτσομπολέψιμο σύμπαν, προικίζοντας τους ήρωες του με πάθη. Πάθη φωναχτά, μελοδραματικά, που τα κινηματογραφούσε σα να τα ζήλευε. Από το 1987 που παρουσίασε τον εξαίσιο «Νόμο του Πάθους» μέχρι το 2004, δεν είχε γυρίσει καμία άμεσα αυτοβιογραφική ταινία γιατί δεν την είχε ανάγκη. Ο Αλμοδόβαρ αγαπούσε πολύ του ήρωές του επειδή εξέφραζαν όλα όσα έκαναν τη ζωή του ενδιαφέρουσα. Από το «Κακή Εκπαίδευση» και μετά όμως έπρεπε να μάθει να αγαπάει και τον εαυτό του. 

Στα χρόνια που ακολουθούν Αλμοδόβαρ μοιράζεται μέσα απ' τις ταινίες του τα δικά του πάθη, τους δικούς του φόβους και τις προσωπικές του αγωνίες. Το στυλ του μεταμορφώνεται, το κιτς σαν άποψη δίνει τη θέση του σε ένα πολύχρωμα στυλιζαρισμένο pop design. Τα σενάριά του γίνονται όλο και πιο αυτοαναφορικά, με αποκορύφωμα το «Πόνος και Δόξα» του 2019, μια συναρπαστική αυτοβιογραφική ταινία ταινία που αποτελεί το σημείο αναφοράς για το ύστερο έργο του. 

Εφτά χρόνια αργότερα, οι «Πικρές Γιορτές» επιστρέφουν νοερά στο σημείο που ήρθε αυτή η μεταστροφή. Επικαλούμενος autofiction και λοιπά μετα-κινηματογραφικά υβρίδια, ο Αλμοδόβαρ (όπως τον υποδύεται ο απειροελάχιστος εδώ Λεονάρντο Σμπαράλια) παρουσιάζει εαυτόν ως έναν σκηνοθέτη σε δημιουργικό αδιέξοδο, που ψάχνει πλήρωση στην ιστορία του μέσα από τις ζωές και τα δράματα των κοντινών του προσώπων. Διερευνά την ηθική μιας πραγματικότητας που απλά αλλάζει όνομα για να γίνει σενάριο. Μία πραγματική Έλενα που έχει χάσει το παιδί της και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, γίνεται η φανταστική Ναταλία που επιστρατεύεται για να γεμίσει ένα συναισθηματικά κενό σενάριο. Πράγμα που δεν έχουν καταφέρει οι κανονικοί και απολύτως αλμοδοβαρικοί πρωταγωνιστές (γυναίκα στα πρόθυρα νευρική κρίσης, στρίπερ / πυροσβέστης σμιλεμένος σαν άγαλμα και πάει λέγοντας). Μήτε η Σεζάρια Εβόρα που επιστρατεύεται συνεχόμενες δις, κατάχρηση που στη συνέχεια γίνεται αστειάκι επειδή ο Αλμοδόβαρ κατανοεί την αποτυχία της. 

Ούτε το ησυχαστήριο στο μαγευτικό Λανθαρότε, η εξωγήινη ομορφιά του οποίου διαρκεί για ένα πλάνο μερικών δευτερολέπτων στο πανί. Ούτε οι εξεζητημένες ερμηνείες, ούτε το στόρι, ούτε όλο το παιχνίδισμα που συμβαίνει στο ψηφιακό αναβόσβημα του κέρσορα που χωρίζει την πραγματικότητα απ' τη φαντασία. Ευτυχώς υπάρχουν οι φίλοι, αφού ό,τι αξίζει εδώ έρχεται απ' τον Αλμπέρτο Ιγκλέσιας στη μουσική, τον Αντσόν Γκόμεθ στην technicolor απομίμηση των χώρων και τη Ρόσι Ντε Πάλμα. 

Πώς απαντάει ο σκηνοθέτης στο αυτομολόγητο δημιουργικό αδιέξοδο που τον έχουν φέρει η επιλογές του; Παίρνει το ρόλο του κακού, πατάει τα γκάζι και πέφτει πάνω στο ντουβάρι, ελπίζοντας να το σπάσει με ένα χείμαρρο από διακειμενικά αστειάκια. Η σχεδόν φαρσική τρίτη πράξη έρχεται ουρανοκατέβατη για να ξυπνήσει το θεατή από τον ακατανόητο λήθαργο μιας ιστορίας, που ο ίδιος της ο συγγραφέας καταλαβαίνει πως δεν έχει νόημα. 

Κυριολεκτικά πλέον, ο Αλμοδόβαρ μιλάει μέσα από τον πρωταγωνιστή και παραδέχεται την αποτυχία του εγχειρήματός του, προσπαθώντας να σώσει ότι σώζεται μ' αυτή την ειλικρίνεια. Στο σινεμά όμως δεν πάμε για να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στον κατηγορούμενο. Στο δικαστήριο μπορεί να λειτουργούσε, αλλά στην απόλυτη πια πραγματικότητα, αυτή που βρίσκεται έξω γύρω απ' το άνευρο κι άψυχο autofiction κατασκεύασμα, οι «Πικρές Γιορτές» είναι πολύ κοντά στο ναδίρ της μέχρι σήμερα καριέρας του. Κάποιοι ανάλογα με το πόσο αγαπούν το σκηνοθέτη (σαν προσωπικότητα κι όχι σαν κινηματογράφο), ίσως βρουν ενδιαφέρον στην αυτογελοιοποίηση και τη διαδικασία της. Όσοι ενδιαφέρονται για το σινεμά απ' την άλλη, το μόνο που θα συναντήσουν είναι μια αφόρητη ταινία.        

(τόσο που πραγματικά αν υπήρχε χρονομηχανή, θα 'θελα πολύ να γύριζα στο 2004 και να δω τι διάολο του συνέβη)

Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.

«Δεν είναι για γέλια»: Ο Σεμπάστιαν Σταν για τον Ντόναλντ ΤραμπΟ Κρίστοφερ Νόλαν λέει ότι έκανε «την πιο ακραία εκδοχή της Οδύσσειας που μπορούσε»