Κάθε φορά που ο Κρίστιαν Μουντζίου πραγματοποιεί μια ταινία, τη χρησιμοποιεί προκειμένου να εξερευνήσει γκρίζες ηθικά ζώνες. Από το τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες», το «Πέρα από τους Λόφους» και την «Αποφοίτηση», μέχρι τώρα στην καινούργια του ταινία, το ενδιαφέρον του Ρουμάνου σκηνοθέτη αφορά στις αθέατες παγίδες και στους μεταμφιεσμένους εφιάλτες που κρύβουν οι προοδευτικές κοινωνίες.
Στο «Fjord» παρακολουθούμε πρωτίστως μια σύγκρουση πολιτισμική, μέσα από την περίπτωση ενός ζευγαριού μεταναστών από τη Ρουμανία οι οποίοι μετακομίζουν με τα πέντε τους παιδιά σε ένα ειδυλλιακό λιμάνι των νορβηγικών ακτών. Ευαγγελιστές Χριστιανοί στα πιστεύω τους, οι γονείς κουβαλούν μαζί τους τις πολύ συντηρητικές αρχές με τις οποίες μεγαλώνουν την οικογένειά τους. Κι αυτό ξενίζει τη μικρή σκανδιναβική κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η αρχική υποδοχή που επιφυλάσσεται στο ζεύγος γίνεται με χαμόγελα και αβρότητες. Όμως η αντιπαράθεση δεν θα αργήσει να ξεσπάσει. Όταν η έφηβη κόρη της οικογένειας εμφανιστεί στο σχολείο με ύποπτες μελανιές στο σώμα (τις οποίες πιθανότερα απέκτησε από τη γυμναστική), καλείται να αναλάβει άμεση δράση η κρατική πρόνοια. Θα απομακρύνει και τα πέντε παιδιά από τους γονείς τους, θα τα φιλοξενήσει προσωρινά σε ανάδοχες οικογένειες και θα κινήσει μια νομική διαδικασία η οποία θα φέρει τη μητέρα και τον πατέρα ενώπιον δικαστηρίου.
Το «Fjord» προειδοποιεί ότι η γραμμή που χωρίζει τις αρχές του φιλελευθερισμού από τις αναρριχώμενες τάσεις του φασισμού είναι πραγματικά πολύ λεπτή
Οξυδερκής μελετητής των ύπουλων παραμέτρων που κρύβουν συχνά οι καλύτερες προθέσεις, ο Κρίστιαν Μουντζίου περιγράφει ένα σύγχρονο κυνήγι μαγισσών το οποίο τελείται με τις ευλογίες μιας ανοιχτόμυαλης, υποτίθεται, κοινωνίας. Καθώς η διαφορετικότητα γίνεται επί της ουσίας η σπίθα που θα προκαλέσει την πυρκαγιά, το «Fjord» προειδοποιεί ότι η γραμμή που χωρίζει τις αρχές του φιλελευθερισμού από τις αναρριχώμενες τάσεις του φασισμού είναι πραγματικά πολύ λεπτή και γίνεται ακόμη πιο αδίστακτη όταν χαράσσεται με καλοπροαίρετους όρους.
Αν και δεν αποφεύγει κάποιες σχηματικότητες, ο Μουντζίου παραδίδει και πάλι ένα αιχμηρό και εύστοχο σενάριο, μετατρέποντας τη σκηνοθεσία σε κλοιό ο οποίος σφίγγει ασφυκτικά γύρω από τους ήρωες. Προσπαθεί να τηρήσει ίσες αποστάσεις από τις αντικρουόμενες μεριές του φιλμ, παρουσιάζοντας και τις δύο εγκλωβισμένες σε ένα υποκριτικό σύστημα, ανά πάσα στιγμή έτοιμο να στηλιτεύσει και να τιμωρήσει όσους δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες του. Επειδή όμως η ταινία του εκτυλίσσεται στο ολοένα και πιο αμφίσημο σήμερα, ο Μουντζίου διαλέγει να πάρει περισσότερο το μέρος των θρησκόληπτων και προσκολλημένων σε αντιδραστικές παραδόσεις γονιών. Η κίνηση αυτή μοιάζει με συνειδητή θέση σε ένα κόσμο όπου η πραγματική απειλή δεν κρύβεται πια τόσο σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις όσο σε μοντέρνους αυταρχισμούς. Κι αν αυτή η θέση θεωρηθεί λάθος από μερίδα του κοινού, τότε ας συγχωρεθεί στον Μουντζίου η όποια μεροληψία. Σε τέτοιους επικίνδυνους καιρούς, το να διαλέγεις στρατόπεδο μοιάζει για τον Ρουμάνο δημιουργό πιο απαραίτητο και επείγον από το να παραμένεις για πάντα ο ψύχραιμος παρατηρητής.
Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.





