Σε μια από τις ωραιότερες σκηνές από το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Κλερ Ντενί, το «Chocolat» του 1988, ένα μικρό λευκό κορίτσι αντικρίζει τον καταγάλανο ορίζοντα που απλώνεται πάνω από την αφρικανική γη. «Αυτό που βλέπεις δεν υπάρχει», σπεύδει να της εξηγήσει ο πατέρας της. «Οσο πλησιάζεις τη γραμμή αυτή, άλλο τόσο εκείνη θα απομακρύνεται». Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, στην ολοκαίνουργια ταινία της με τίτλο «Η Λιακάδα Μέσα μου», η Ζιλιέτ Μπινός αναζητά την αγάπη και τη ρομαντική ουτοπία στους δρόμους, τα καφέ και τα διαμερίσματα του Παρισιού.
Ανάμεσα στις δυο αυτές εικόνες, το σινεμά της Ντενί έχει κατορθώσει να τροφοδοτήσει το κοινό του με μερικές από τις πιο αξέχαστες σκηνές και ιστορίες που έχει καταγράψει το σινεμά των τελευταίων ετών. Μεταξύ άλλων, την απελπισμένη φιγούρα του ερωτοχτυπημένου Ντενί Λαβάν σε έναν μοναχικό, σπασμωδικό χορό, στο φινάλε του «Beau Travail». Την Ιζαμπέλ Ιπέρ στο «White Material», να αγωνίζεται για τη ζωή της ίδιας και των ανθρώπων της σε μια γωνιά της Αφρικής που τελεί υπό καθεστώς εμφυλίου αναβρασμού. Την Βαλερί Λεμερσιέ του «Friday Night» να γνωρίζεται με έναν άγνωστο στη διάρκεια ενός μποτιλιαρίσματος και να παρασύρεται μαζί του σε ανεξερεύνητα νυχτερινά μονοπάτια. Την διψασμένη για αίμα και σάρκα Μπεατρίς Νταλ να παρασύρει με τα ερωτικά της θέλγητρα ανυποψίαστα αρσενικά θύματα για να τα κατασπαράξει στο «Τrouble Every Day».
Στο σύνολο μιας συναρπαστικής φιλμογραφίας, με μια εικονογραφική δύναμη που ελάχιστα συναντάται πλέον στο μοντέρνο σινεμά, εντοπίζει κανείς αρκετές από τις αιτίες για τις οποίες η γαλλικής καταγωγής σκηνοθέτης απολαμβάνει τέτοιου σεβασμού. Το φιλμικό σύμπαν της δονείται από πάθος και από παρόρμηση, συλλαμβάνει μονίμως κάτι από τα μυστήρια και τα αινιγματικά χάσματα των ανθρωπίνων ζωών και ανοίγει ενστικτωδώς δρόμο μέσα από διηγήσεις για ολέθρια πάθη, για νυχτερινές αποπλανήσεις, για εύθραυστους οικογενειακούς δεσμούς, για χαρακτήρες που ζουν στο περιθώριο, για βαμπιρικές σεξουαλικές επαφές, για πολυφυλετικές κοινότητες στην καρδιά αφιλόξενων αστικών κέντρων.
Στις μεγάλου μήκους ταινίες που έχει γυρίσει ως τώρα, η Ντενί ουδέποτε καταπιάστηκε με κάτι αν δεν το ένιωθε προσωπικό. Η ενασχόλησή της με το σινεμά χρειάστηκε να περιμένει, άλλωστε, αρκετά χρόνια μέχρι να την οδηγήσει πίσω από την κάμερα. Η Ντενί ήταν αισίως 40 ετών όταν γύρισε το πρώτο της φιλμ, είχε ωφεληθεί, παρ’ όλα αυτά, από μια εξαιρετική μαθητεία στο πλευρό του Ζακ Ριβέτ, του Βιμ Βέντερς, του Κώστα Γαβρά και του Τζιμ Τζάρμους, χρησιμεύοντας ως βοηθός παραγωγής ή σκηνοθέτη σε ταινίες όπως το «Παρίσι, Τέξας», το «Out One», το «Στην Παγίδα του Νόμου».
Όπως μου διευκρινίζει βέβαια η ίδια, στη διάρκεια μιας σαραντάλεπτης συζήτησης που είχαμε, «είχα δουλέψει ως κομπάρσος στις "Τέσσερις Νύχτες ενός Ονειροπόλου" του Ρομπέρ Μπρεσόν, η πρώτη δουλειά που έκανα επί πληρωμή, ωστόσο, ήταν στα γυρίσματα του "Sweet Movie". Υπήρξα βοηθός του Ντούσαν Μακαβέγιεφ και μεσάζων στις συνεννοήσεις του με τους υπόλοιπους συντελεστές, επειδή δεν ήθελε να μιλάει γαλλικά. Στα πλατό επικρατούσε ένα χάος που τρόμαζε τους περισσότερους από το συνεργείο, εμένα όμως μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό και δεν ήταν κάτι ξένο στο χαρακτήρα μου. Μετά το "Sweet Movie", χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία, βρέθηκα να δουλεύω στα γυρίσματα του "Out One" μαζί με τον Ζακ Ριβέτ, τον οποίο θαύμαζα απεριόριστα. Από εκεί και πέρα, κάθε νέα συνεργασία με βοήθησε να αγαπήσω το σινεμά και να λατρέψω την διαδικασία. Την οργάνωση μιας ταινίας, τη δυναμική της ομάδας, την πρακτική εφαρμογή της τέχνης. Και δεν συζητώ, βέβαια, πόσο πολύτιμες ταξιδιωτικές εμπειρίες υπήρξαν αρκετές από αυτές τις ταινίες για μένα».
«Θέλω να ξεφορτωθώ την τυραννία του να πρέπει να εξηγείς τα πάντα»
Τι ακριβώς επιχειρούσατε να πετύχετε, ξεκινώντας την καριέρα σας με μια ξεκάθαρα αυτοβιογραφική κατάθεση, όπως ήταν το «Chocolat» και οι αναμνήσεις σας από τα παιδικά χρόνια που περάσατε σε διαφορετικές τοποθεσίες της Αφρικής;
Ήταν, αφενός, η αποτύπωση ενός προσωπικού μου βιώματος το οποίο συνέπιπτε με μια ιστορική συγκυρία μεγάλης σημασίας, που ήταν το τέλος της αποικιοκρατικής εποχής. Από την άλλη στάθηκε μια προσπάθειά μου να αποτυπώσω μια εμπειρία που με έκανε αναπόφευκτα διαφορετική από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου. Είχα δει πράγματα που τα υπόλοιπα πιτσιρίκια μπορούσαν μόνο να ονειρευτούν ή να σχηματίσουν με τη φαντασία τους. Παράξενα ζώα, τη φύση σε όλες τις μεγαλοπρεπείς της εκδηλώσεις, την έρημο. Όλα αυτά με γέμισαν με ένα συναίσθημα δέους που ουδέποτε κατάφερα να αποβάλλω.
Στη συνέχεια επιστρέψατε αρκετές φορές στην Αφρική για λογαριασμό κάποιας ταινίας, είτε επρόκειτο για το «Beau Travail» είτε για το «White Material». Εντοπίζετε κάποιο γεωγραφικό ιστό που να συνδέει τις ταινίες σας μεταξύ τους;
Οχι, δεν θα το αποκαλούσα γεωγραφία αυτό που συμβαίνει. Υπάρχει μια περιέργεια-για την ανθρώπινη φύση-που με οδηγεί να την εξερευνήσω μέσα από τα φιλμ μου. Και μια σαγήνη για το πώς ανταποκρινόμαστε στις αντιξοότητες, πώς απλές, καθημερινές υπάρξεις απαντούν σε καθόλου συνηθισμένες καταστάσεις ή μέρη.
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας γοητεύει στη διαδικασία ενός γυρίσματος;
Το να αναζητώ τοποθεσίες για την ταινία. Τους δρόμους, τα διαμερίσματα, τις απόμερες γωνιές της πόλης. Είναι ένας πρώτος τρόπος για να σχηματίσω το φιλμ μέσα στο μυαλό μου και για να σκεφτώ πώς θα κινηθούν και θα ανταποκριθούν μέσα σε αυτούς τους χώρους οι ήρωές μου.
Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να δουλεύετε με ηθοποιούς και μέλη του συνεργείου που σας είναι οικεία και χρησιμοποιείτε σε κάθε σας ταινία; Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης και καλύτερης συνεννόησης;
Είναι ωραίο να ξέρεις ότι με κάποιους ανθρώπους σε ενώνει ένα παρελθόν και ένας δεσμός ο οποίος μπορεί συχνά να ανανεώνεται και να εμπλουτίζεται με κοινά βιώματα. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: Συγκεκριμένοι ηθοποιοί κουβαλούν μονίμως μαζί τους ένα μυστήριο που με σπρώχνει να θέλω να τους ακολουθήσω ώστε να μπορέσω να τους ανακαλύψω περισσότερο. Δουλεύω, όμως, σταθερά με την Ανιές Γκοντάρ στη διεύθυνση φωτογραφίας, με τους ηθοποιούς Αλέξ Ντεσκά και Γκρεγκουάρ Κολάν όποτε μπορώ, ή με τους Tindersticks στη μουσική. Το κάνω επειδή μαζί τους αισθάνομαι σιγουριά, τη βεβαιότητα του ότι με καταλαβαίνουν απόλυτα και πολλές φορές συνεννοούμαστε, χωρίς να έχουμε ανταλλάξει την παραμικρή λέξη.
«Oταν σκηνοθετώ, καλωσορίζω ουσιαστικά το άγνωστο»
Τις φορές που επιλέγετε να αφηγηθείτε μια ιστορία με ελλειπτικό τρόπο, με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα τον «Εισβολέα» του 2004, τι ακριβώς απαίτηση έχετε από το κοινό σας;
Καμία απαίτηση. Δεν προσπαθώ να δυσκολέψω κανέναν. Απλώς το σινεμά για μένα δεν βρίσκεται στις εξηγήσεις και στις αναλύσεις. Βρίσκεται στην εξερεύνηση μιας κατάστασης, ενός συναισθήματος, μιας αντίληψης για το πώς θα έπρεπε να μοιάζει μια ιστορία. Μερικές φορές νιώθω ότι η εμπειρία μου με την πραγματοποίηση μιας ταινίας είναι συνδεδεμένη στενά με τον τρόπο που διαβάζω λογοτεχνία. Μοιάζει λίγο με τις εντυπώσεις που αποκομίζω από την ανάγνωση ενός βιβλίου. Είναι μια διαδικασία προσωπική, εσωτερική και όχι εύκολο να περιγραφεί. Περισσότερο τη νιώθεις μέσα σου. Κι αυτό προσπαθώ να μεταδώσω κι εγώ μέσα από το φιλμ. Θέλω να ξεφορτωθώ την τυραννία του να πρέπει να εξηγείς τα πάντα. Γιατί μόνο τότε μπορείς να εμπιστευτείς το δικό σου κριτήριο, τα αισθητήρια όργανά σου και να φτάσεις σε συμπεράσματα και σε αλήθειες που δεν φανταζόσουν ότι υπήρχαν.
Στην περίπτωση αυτή πώς δουλεύετε με τα σενάριά σας; Νιώθετε την ανάγκη να το σεβαστείτε; Ή το χρησιμοποιείτε απλώς ως μια χαλαρή αφετηρία;
Οπωσδήποτε ως αφετηρία, ώστε να μπορέσεις μετά να απογειωθείς ελεύθερα προς το άγνωστο. Η απώλεια του ελέγχου είναι το ζητούμενο. Με τρομάζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά συνάμα ασκεί επάνω μου και μια τρομερή γοητεία.
Η σκηνοθεσία δεν είναι, παρ’ όλα αυτά, ένα σύστημα ελέγχου των πάντων;
Αν αυτό ίσχυε και αντιλαμβανόμουν ότι χρειάζεται κάθε φορά να κοντρολάρω τα πάντα, νομίζω ότι θα σταματούσα να σκηνοθετώ.
Πιστεύετε ότι κάποιες ταινίες σας χρειάζονται τον χρόνο τους για να εκτιμηθούν; Σας θυμίζω ότι το 2001, στο Φεστιβάλ Καννών, το «Trouble Everyday» έπεσε θύμα έντονης αποδοκιμασίας. Μια δεκαετία αργότερα, πολλοί κριτικοί τοποθετούν το φιλμ ανάμεσα στα καλύτερά σας.
Συνέβη κάτι παράξενο με αυτή την ταινία. Κατακρεουργήθηκε στη Γαλλία, σταδιακά εκτιμήθηκε στο εξωτερικό και ο αντίκτυπός της επέστρεψε σαν μπούμερανγκ στους κριτικούς της χώρας μου. Εξεπλάγην με αυτή την εξέλιξη, όπως κι εσείς. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω πόσος χρόνος χρειάζεται για να αντιληφθείς και να βιώσεις μια ταινία, αν αυτό δεν συμβεί με την πρώτη παρακολούθησή της. Προσωπικά ανταποκρίνομαι αμέσως σε κάτι που μου αρέσει, γιατί το νιώθω πρωτίστως μέσα μου. Κι αν κάτι δε μου αρέσει, το αφήνω να ξεγλιστρήσει διακριτικά από τη μνήμη μου.
Τις περισσότερες ταινίες σας δονεί μια ένταση, ένας βίαιος παλμός, μια ατίθαση ποιότητα. Λες και απαιτείται να βιωθούν όχι μόνο ψυχολογικά και νοητικά, αλλά και σε σωματικό επίπεδο.
Είμαι αγχώδες και νευρικό άτομο κι αυτό μάλλον αντανακλάται στις ταινίες μου. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι αν δε νιώθω τίποτα στο σώμα μου, δε μπορώ να δουλέψω. Εμπιστεύομαι αυστηρά τις αισθήσεις μου, έστω κι αν είναι αβέβαιο το πού θα με φτάσουν κάθε φορά, με κάθε διαφορετική ταινία. Αλλά όταν σκηνοθετώ, καλωσορίζω ουσιαστικά το άγνωστο.
Credit κεντρικής φωτογραφίας: Sarah Lee / Guardian News and Media LTD





