Έχοντας συνδέσει για πάντα το όνομά του με τον χαρακτήρα του παλαιοντολόγου Δρ. Άλαν Γκραντ στο τερατωδώς κλασικό υπερθέαμα του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Jurassic Park» (1993), ο Σαμ Νιλ υπήρξε ηθοποιός τεράστιας γκάμας, ξεδιπλώνοντας το ταλέντο του ήδη από τις πρώτες του ταινίες, όπως έγινε στο «Sleeping Dogs» (1977) του Ρότζερ Ντόλαντσον, το οποίο αξίζει να ανακαλύψετε τώρα, μια από τις καλύτερες και πιο ξεχωριστές περιπτώσεις του νεοζηλανδικού σινεμά των ‘70s.
Φυσιογνωμία ευγενική, φωνή βαθιά και καθάρια, ταλέντο πολυσχιδές, ο Νιλ μεσουράνησε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, με μερικούς από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του σε ταινίες όπως το «A Cry in the Dark» (1988) του Φρεντ Σκεπίζι, το «Dead Calm» (1989) του Φίλιπ Νόις και το «The Piano» (1993) της Τζέιν Κάμπιον (φοβερή χρονιά το 1993), παραμένοντας ενεργός και τις επόμενες δεκαετίες, τόσο τηλεοπτικά, όσο και κινηματογραφικά, με ρόλους όπως αυτόν του αμείλικτου επιθεωρητή Τσέστερ Κάμπελ στο «Peaky Blinders», του αξιολάτρευτα γκρινιάρη θείου Χεκ στο υπέροχο «Hunt for the Wilderpeople» (2016) του Τάικα Γουαϊτίτι, αλλά και τον μέτα-Odin στις μαρβελικές ταινίες του «Thor».
Ο Σαμ Νιλ όμως πέρα από σπουδαίος ηθοποιός, ατόφια όμορφος άνθρωπος, λάτρης της φύσης, φοβερός οινοποιός, υπέρμαχος της προστασίας του περιβάλλοντος και φίλος πολυάριθμων…ζώων φάρμας τα οποία μοιραζόταν με τους φαν του στα κοινωνικά του δίκτυα και στα οποία είχε δώσει τα ονόματα διάσημων φίλων του, ήταν και κάτι άλλο. Κόντρα στο ευγενές παρουσιαστικό του υπήρξε διαχρονικά μια από τις πιο αποτρόπαιες παρουσίες στο σινεμά του τρόμου, ένας ηθοποιός με βαθιά αντίληψη του είδους που έμοιαζε να υπηρετεί με αξιοθαύμαστη - και ανησυχητική πολλές φορές – ευκολία και ακρίβεια, ορισμένους από τους πιο απαιτητικούς ρόλους που έχει να επιδείξει μέχρι και σήμερα το σύμπαν του κινηματογραφικού τρόμου.
«The Final Conflict» (1981) του Γκράχαμ Μπέικερ
Όταν ο πρώτος horror ρόλος που καλείσαι να υποδυθείς στην καριέρα σου, είναι αυτός του Αντίχριστου, ο πήχης μπαίνει πολύ ψηλά για τη συνέχεια.
Ενσαρκώνοντας την ενήλικη μορφή του Ντέμιεν Θορν στο κλείσιμο της original τριλογίας των ταινιών «The Omen» ο Νιλ αποτέλεσε το καλύτερο πράγμα μιας όχι και τόσο καλής ταινίας, με αξιομνημόνευτες, εντούτοις, σκηνές, «φορτωμένος» με όλες τις θρησκευτικές και ανίερες προεκτάσεις ενός ρόλου που τον ήθελε να κινεί τα νήματα μιας, προοδευτικά, παγκόσμιας συνωμοσίας για την ανατροπή του Θείου και τον αφανισμό του Μεσσία στη Δεύτερη Έλευσή του.
Με σκηνές όπως εκείνη του μονολόγου στο δωμάτιο με το άγαλμα του Χριστού ή εκείνη με τα κυνηγόσκυλα να τον περιβάλλουν, ο Νιλ απέδειξε με συνοπτικές διαδικασίες πως είναι καμωμένος από τη στόφα ενός αυθεντικού horror icon.
«Possession» (1981) του Αντρέι Ζουλάφσκι
Ένα παντρεμένο ζευγάρι σε διάλυση, μια γυναίκα που ζητάει διαζύγιο και ένα σκοτεινό μυστικό που βρίσκεται στον πυρήνα του ψυχοσεξουαλικού θρίλερ του Ζουλάφκσι (το οποίο έγραψε την περίοδο που ζούσε το δικό του πικρό διαζύγιο από την ηθοποιό Μαλγκορζάτα Μπράουνεκ), το «Possession» αποτελεί μια μνημειώδη ταινία για τις καριέρες του Σαμ Νιλ και της Ιζαμπέλ Ατζανί, με τον Νιλ να παραδέχεται αργότερα σε συνεντεύξεις του πως βγήκε πολύ οριακά, ψυχολογικά αλώβητος από τα γυρίσματα και την Ατζανί να ομολογεί πως χρειάστηκε πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας για να αντιμετωπίσει το μετατραυματικό στρες που της άφησε ο ρόλος.
Πρόκειται για δυο θηριώδεις ερμηνείες τρομακτικών, ενδότερων απαιτήσεων, με εκείνη του Νιλ να αποτελεί τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του σύμφωνα με τον ίδιο και η αλήθεια είναι πως σαν «αντανάκλαση» απέναντι στη «δαιμονισμένη», εξωτερικά εκφρασμένη, ερμηνεία της Αντζανί, ο Νιλ – με τη συζυγική στωικότητα, το κρυστάλλινο βλέμμα και το μοχθηρό μειδίαμα – χαρακτηρίζεται εδώ από μια τέτοια πανούργα εσωτερικότητα, έναν τόσο τρομακτικά καταπιεσμένο θυμό και μια τόσο αδυσώπητα φλεγόμενη επιθυμία επαναδιεκδίκησης της άπιστης συζύγου, που σε φέρνει αντιμέτωπο με ένα και μοναδικό ερώτημα: «ποιος είναι τελικά το πραγματικό «τέρας» της ταινίας;». Αλησμόνητη ερμηνεία.
«In the Mouth of Madness» (1994) του Τζον Κάρπεντερ
Ό,τι καλύτερο έχει επιδείξει ο λαβκραφτικός τρόμος στο σινεμά, το «In the Mouth of Madness» παραμένει περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά ένα από τα «κοσμήματα» της φιλμογραφίας του Κάρπεντερ και μαζί μια από τις κορυφαίες ερμηνείες του Σαμ Νιλ.
Υποδυόμενος έναν κυνικό ερευνητή ασφαλιστικών απατών που βλέπει τα όρια της εφιαλτικής φαντασίας να «ξεχύνονται» στη συμβατική καθημερινότητα, ο χαρακτήρας του Τζον Τρεντ γίνεται μάρτυρας κοσμογονικών αλλαγών, με την ανθρωπότητα να φτάνει στο κατώφλι των Μεγάλων Παλαιών, δίχως καμία ελπίδα σωτηρίας, παρά μονάχα έρεβος και στάχτη.
Όποια σκηνή της ταινίας κι αν πάρεις, πρόκειται για την καλύτερη σκηνή της και σίγουρα μέσα σε αυτήν θα βρεις τον Νιλ σε μια κλιμακωτή ερμηνεία παράφρονα, να ουρλιάζει, να κλαίει και να γελάει (τι στιγμή αυτή μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα!), ο τέλειος εκφραστής μιας ιστορίας που αποδεικνύει την παντοδυναμία της λογοτεχνίας και του σινεμά στο να δημιουργούν και να γκρεμίζουν κόσμους με την ίδια ανενόχλητη ευκολία.
«Do you read Sutter Cane?».
«Event Horizon» (1997) του Πολ Άντερσον
Αν ο Κάρπεντερ σύστησε τον κοσμικό τρόμο στη γη, ο Άντερσον τον πήγε ένα ταξίδι μέχρι την άκρη του διαστήματος με τον «Event Horizon», την ταινία που σφράγισε την τετραπέρατη αξία του Νιλ ως έναν από τους γνησιότερους εκφραστές του αλλόκοτου horror.
Όταν μια ομάδα διάσωσης αναλάβει να διερευνήσει την μυστηριώδη επανεμφάνιση ενός διαστημόπλοιου που είχε χαθεί για επτά χρόνια, όλα θα πάνε λάθος, αφού τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Εσχατολογία, θρησκευτικές προεκτάσεις, αίμα, σάρκα και το σβήσιμο της ανθρώπινης νόησης, όλα χωράνε στο sci-fi έπος του Άντερσον, με ένα all star cast και μπροστάρη τον πιο φρικαλέο Σαμ Νιλ της καριέρας του, σε μια ερμηνεία σκέτο ανοσιούργημα που κάνει ακόμα και τους πιο σκληροπυρηνικούς φαν του τρόμου να λυγίσουν μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα του Δρ Γουίρ σε όλο το αποκρυφιστικό, βγαλμένο απευθείας από τις πύρινες γλώσσες της Κολάσεως, μεγαλείο του.
«Daybreakers» (2009) των αδελφών Σπίριγκ
Γνήσιο τέκνο της εποχής του το «Daybreakers» των αδελφών Σπίριγκ θα ήθελε να είναι το βαμπιρικό «Matrix» των Γουατσόφσκι, όμως χάνει στα σημεία. Με τα σημερινά μάτια βλέπεται περισσότερο ως ένα generic, vampire horror του νέου Millenium και λιγότερο ως μια τίμια προσθήκη του μύθου του βρικόλακα που (εξ)υπηρετεί το κινηματογραφικό στυλ του τότε.
Με τους Γουίλεμ Νταφόε και Ίθαν Χοκ να κρατούν πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Νιλ παίζει εδώ από τις σκιές, υποδυόμενος τον βρικόλακα πρόεδρο μιας corporate εταιρείας που θέλει να στραγγίζει – κυριολεκτικά – από το αίμα τους και τα λεφτά τους, τους εναπομείναντες ανθρώπους για χάρη των αιμοδιψών συντρόφων του.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια επιστροφή στην περσόνα του Ντέμιεν Θορν, εδώ σε έναν τέλειο κύκλο τρόμου, όπου σατανικοί χαρτογιακάδες αποφασίζουν για τη μοίρα του κόσμου και ποιος καλύτερος για αυτήν την δουλειά, από έναν καθόλα επιβλητικό Σαμ Νιλ που απέδειξε και πάλι πως κάτι τέτοιους ρόλους τους είχε για πρωινό.
Και μια (πιο) προσωπική τοποθέτηση.
Δε με κλονίζουν εύκολα οι θάνατοι διασημοτήτων, όμως η απώλεια του Σαμ Νιλ με στεναχώρησε βαθιά. Το ίδιο είχα πάθει και με τον χαμό του Ντέιβιντ Λιντς. Μετά κατάλαβα ότι αυτό που με θλίβει, δεν είναι μονάχα η απουσία τους, πια, ως δημιουργοί, αλλά και ως άνθρωποι. Επρόκειτο για δυο εξαιρετικά «φωτεινά» άτομα, με μεταδοτική καλοσύνη και πραότητα, γεγονός που κατέστησε τον αποχωρισμό και των δυο ακόμη δυσκολότερο.
Σε μια συνέντευξή του ο Νιλ είχε πει πως δεν φοβάται τον θάνατο, αλλά πως θα τσαντιζόταν αν τελικά πέθαινε γιατί είχε ακόμα πράγματα που ήθελε να κάνει. Εμείς δεν τσαντιστήκαμε, αλλά λυπηθήκαμε διπλά: και που δεν θα τον απολαύσουμε ξανά στις οθόνες και που ο κόσμος θα στερηθεί τη σπάνια ευγένεια του.





