Συστήθηκε συγκλονιστικά, πριν είκοσι χρόνια, με το ερμηνευτικό της ντεμπούτο στο δράμα «Ρέκβιεμ» (που μας είχε αφήσει άφωνους κατά την προβολή του στις τότε Νύχτες Πρεμιέρας). Μια δεκαετία αργότερα, η Σάντρα Χιούλερ ξεκινά μια πραγματικά εντυπωσιακή σταδιοδρομία κατά τη διάρκεια της οποίας απέδειξε την ικανότητά της στην κωμωδία με το θαυμάσιο «Toni Erdmann», βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου με την «Ανατομία μιας Πτώσης», σφράγισε με την παγερή παρουσία της τη «Ζώνη Ενδιαφέροντος», μεταπήδησε επιτυχώς στο Χόλιγουντ με το «Αποστολή Χαίρε Μαρία», ενώ σε λίγες εβδομάδες θα τη δούμε στο πλάι του Τομ Κρουζ για λογαριασμό του «Digger», νέας ταινίας του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου.
Μέσα στο 2026, στο μεταξύ, εκτός από την πρωταγωνιστική εμφάνισή της στην «Πατρίδα» η Χιούλερ σημειώνει και μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της φετινής χρονιάς μέχρι τώρα, υποδυόμενη μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άντρα στρατιώτη στο «Rose» του Μάρκους Σλάινζερ και κερδίζοντας δικαίως βραβείο στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου. Θα διεκδικήσει σίγουρα και μια οσκαρική υποψηφιότητα για κάποιον από τους ρόλους αυτούς, προς το παρόν ωστόσο ο λόγος της συνάντησής μου με την ηθοποιό ήταν η εξαιρετική ταινία του Πάβελ Παβλικόφσκι. Και πρέπει να ομολογήσω ότι μου φάνηκε προνόμιο το ότι κατάφερα να περάσω ένα ημίωρο μιλώντας μαζί της, σε πείσμα του πόσο μετρημένη, ίσως και λίγο απόμακρη, απεδείχθη από κοντά η 48χρονη Χιούλερ.
Αυτή η δουλειά έχει να κάνει πολύ με την υπερνίκηση του φόβου, συνέχεια
Αισθάνεστε μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ως ηθοποιός όταν καλείστε να υποδυθείτε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, όπως συμβαίνει στην «Πατρίδα» με την περίπτωση της Έρικα Μαν;
Φυσικά, επειδή ποτέ δεν ξέρεις αν θα σε στοιχειώσει στον ύπνο σου. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα την Έρικα, ένιωσα ότι ήταν ένα άτομο με μια πραγματικά πλούσια εσωτερική ζωή. Είχε βιώσει πολλές ξέφρενες εμπειρίες οι οποίες προφανώς στάθηκαν καταλυτικές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε και υπερνικούσε τους φόβους της. Η Έρικα έτρεχε με αυτοκίνητα, έκανε πολιτικό θέατρο, ήταν συγγραφέας, ήταν πολεμική ανταποκρίτρια, όλα αυτά τα πράγματα ήταν σημαντικά κομμάτια του χαρακτήρα και της ζωής της. Όμως στο ταξίδι που περιγράφει η ταινία, τη βλέπουμε να επωμίζεται έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, ως προστάτιδα του πατέρα της.
Τι αντιληφθήκατε για τη σχέση που είχε στην πραγματικότητα με τον πατέρα της, Τόμας Μαν;
Αυτό που με βοήθησε περισσότερο να καταλάβω εκείνη και τη σχέση με τον πατέρα ήταν η ανάγνωση των επιστολών που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους, επειδή είναι πολύ πλούσιες σε πληροφορίες για το πώς ένιωθαν ο ένας για τον άλλον και το πόσο ανοιχτοί ήταν ο ένας με τον άλλον, πώς δεν έκρυβαν τις απόψεις τους ο ένας για τον άλλον. Αλλά ταυτόχρονα υπήρχε μια πολύ βαθιά αμοιβαία σύνδεση και ένας ξεκάθαρος σεβασμός. Ήταν λοιπόν σημαντικό να καταλάβω αν τον φοβόταν κάπως, αν ο Τόμας Μαν ήταν μια γιγάντια φιγούρα που θαύμαζε ή αν είχαν ένα συγκεκριμένο επίπεδο κατανόησης που το ξεπερνούσε αυτό.
Επειδή εκείνη την εποχή προφανώς οι άνθρωποι δεν εκφράζονταν με τον έντονο και εξωστρεφή τρόπο που κάνουμε εμείς σήμερα, ίσως γι' αυτό και η ερμηνεία σας μοιάζει προσαρμοσμένη σε μια πειθαρχία και έναν συναισθηματικό έλεγχο. Είναι κατόρθωμά σας, ωστόσο, το ότι καταφέρνετε με το πρόσωπο της ηρωίδας και μόνο να μάς κάνετε να αντιλαμβανόμαστε τόσα πολλά. Πώς δουλέψατε λοιπόν αυτού του είδους την ερμηνεία της εγκράτειας και της παρατεταμένης σιωπής;
Ήταν πολύ ξεκάθαρο από την αρχή ότι θα υπήρχε πολλή σιωπή στην ταινία. Το σενάριο ήταν μόνο 60 σελίδες, οπότε ξέραμε ότι αν θέλαμε να κάνουμε μια ολόκληρη ταινία θα έπρεπε να δουλέψουμε σε πιο χαμηλές και υπόγειες συχνότητες. Ξέρετε, καθώς προέρχομαι από το θέατρο, μου αρέσει να εξερευνώ διαφορετικές εκδοχές του τι θα μπορούσε να συμβεί μεταξύ των ανθρώπων και μέσα σε μια σκηνή, οπότε για μένα αυτό είναι πολύ εποικοδομητικό. Στη δουλειά που κάναμε για την «Πατρίδα», παρόλα αυτά, η εικόνα ήταν εκεί πρώτη. Η εικόνα έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί και μετά οφείλαμε εμείς να βρούμε τον δρόμο μας και τη θέση μας μέσα σε αυτήν. Υπάρχουν έργα που είναι εντελώς διαφορετικά, όπου ξεκινούν με την υποκριτική και στη συνέχεια δημιουργούν το πλαίσιο γύρω από αυτήν. Εδώ το πλαίσιο στάθηκε διαφορετικό και έπρεπε εμείς ως ηθοποιοί να το εξερευνήσουμε.
Τον καιρό που γυρίζατε την ταινία, είχατε επίγνωση του πόσο εκθαμβωτικό επρόκειτο να αποβεί το οπτικό της αποτέλεσμα;
Όχι, γιατί δεν συνηθίζω να παρακολουθώ τις σκηνές που γυρίζονται κάθε μέρα. Ούτε κοιτάζω το μόνιτορ για να πάρω μια ιδέα του τι γυρίζεται και του πώς μοιάζει. Αν και σε αυτή την ταινία σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε, ίσως επειδή ήταν κάτι τόσο τεχνικό και επικεντρωμένο στο κάδρο. Αλλά φυσικά είχαμε μια ιδέα για το πώς θα έμοιαζε, επειδή οι χώροι στους οποίους βρισκόμασταν ήταν πραγματικοί. Έτσι, ολόκληρο το σκηνικό ήταν αξιοσημείωτα όμορφο. Κι επίσης γνωρίζαμε τις ταινίες του Πάβελ και του Λούκας, του διευθυντή φωτογραφίας, γνωρίζαμε πώς δουλεύουν οι άνθρωποι αυτοί, γνωρίζαμε την αισθητική τους. Ξέρω τον Λούκας Ζαλ από τη «Ζώνη Ενδιαφέροντος», οπότε ήξερα περίπου τι έψαχνε. Αλλά αυτή την τελειότητα που βλέπουμε τώρα στην οθόνη, φυσικά και δεν μπορούσαμε να τη συλλάβουμε εξ ολοκλήρου με τη φαντασία μας τον καιρό των γυρισμάτων.
Πιστεύετε ότι είστε μια ελαφρώς διαφορετική καλλιτέχνιδα τώρα από ό,τι ήσασταν στα πρώτα σας ερμηνευτικά βήματα; Ή υπάρχει ένας πυρήνας μέσα σας που παραμένει σταθερός;
Είμαι μια μεσήλικη γυναίκα, οπότε φυσικά και άλλαξα. Νομίζω ότι όταν ήμουν νεότερη, ένιωθα μεγαλύτερη υποχρέωση να αποδίδω. Και νομίζω ότι τώρα απολαμβάνω περισσότερο να βρίσκομαι σε έναν χώρο μαζί με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ταινίας. Οπότε, νομίζω πως ναι. Υπάρχει περισσότερη εμπειρία από την οποία μπορώ να αντλήσω.
Ξέρετε, αυτή η δουλειά έχει να κάνει πολύ με την υπερνίκηση του φόβου, συνέχεια. Νομίζω λοιπόν ότι το να έχεις επίγνωση της παρουσίας του ίδιου του φόβου έχει αλλάξει. Αλλά όταν ήμουν νεότερη, δεν ήξερα ότι σχετιζόταν με αυτό το συναίσθημα. Ήταν απλώς ένας υποσυνείδητος τρόπος εργασίας, νομίζω. Πάντως δεν είμαι καθόλου καλή στο να αναλύω τον εαυτό μου.
Η Σάντρα Χιούλερ στην πρεμιέρα της «Πατρίδας» στο Φεστιβάλ Καννών
Ποτέ δεν έβλεπα τον εαυτό μου στη θέση της ηθοποιού. Απλώς ένιωσα κάποια στιγμή ότι ήταν το σωστό πράγμα να κάνω
Αισθάνεστε ενδεχομένως μεγαλύτερη πίεση λόγω της περισσότερης αναγνωρισιμότητας που πλέον λαμβάνετε;
Όταν δουλεύουμε, όλοι ξεκινάμε από ένα ευάλωτο σημείο. Νομίζω ότι αυτό είναι το κοινό έδαφος όλων μας όταν δημιουργούμε θέατρο ή κινηματογράφο ή μουσική ή οτιδήποτε συμβαίνει στις τέχνες. Αλλά νομίζω ότι πάντα έχουμε την επιλογή να κάνουμε ένα βήμα πίσω από τα πράγματα όταν γίνονται πολύ μεγάλα, και θέλω να κρατήσω αυτή την ελευθερία για τον εαυτό μου.
Μπορούμε να γυρίσουμε λίγο στο παρελθόν και να μου πείτε τι σας έκανε να ερωτευτείτε την υποκριτική στην αρχή;
Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να το εξηγήσω. Απλώς ένιωσα ότι ήταν σωστό να το κάνω. Είναι κάτι που δεν θα είχα ποτέ σκεφτεί. Ποτέ δεν έβλεπα τον εαυτό μου σε αυτή τη θέση. Δεν πίστευα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός μέχρι που η καθηγήτρια μου Γερμανικών και Αγγλικών άνοιξε μια δραματική λέσχη και μου είπε ότι πιστεύει ότι θα ήταν κάτι για μένα και μετά το προσπάθησα. Κι ένιωσα πολύ ζωντανή και υπήρχε πολλή ενέργεια. Επίσης, ο τρόπος που αυτή η ομάδα εφήβων φερόταν ο ένας στον άλλον, μιλούσαν μεταξύ τους, διαχειρίζονταν θέματα, το να συζητάς, να εξερευνάς μαζί θέματα, μου φάνηκε πολύ ελκυστικός. Μου άρεσε πολύ ο σεβασμός που είχαμε ο ένας για τον άλλον σε εκείνο το δωμάτιο. Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη, μερικές φορές ήταν πολύ δύσκολα. Όπως είπα, όλοι ξεκινάμε από ένα ευάλωτο σημείο και αυτό ήταν πολύ έντονο εκείνη τη στιγμή και διαπίστωσα ότι η ηθοποιία θα γινόταν σταδιακά το κατάλληλο μέρος για μένα κατά κάποιο τρόπο. Δεν χρειαζόταν να κρυφτώ ή να προσποιηθώ ότι είμαι κάποια άλλη.
Μιλώντας για το ξεκίνημά σας, θα πρέπει να αναφερθώ στο βραβείο ερμηνείας που τόσο δίκαια κερδίσατε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία «Rose». Στο ίδιο φεστιβάλ είχατε κερδίσει και το πρώτο σας βραβεία, πριν 20 χρόνια.
Ήταν μια ξεχωριστή στιγμή για μένα, γιατί ακριβώς εκεί έλαβα το πρώτο μου βραβείο ερμηνείας, για την ταινία «Ρέκβιεμ». Τώρα ήταν ακριβώς 20 χρόνια αργότερα. Ήταν πολύ συγκινητικό για μένα, αλλά δεν θέλω να επεκταθώ σε λεπτομέρειες. Ένιωσα πολύ, πολύ ευγνώμων. Και η δουλειά για την ταινία «Rose» ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη, πρέπει να πω. Απλώς χάρηκα πολύ που το έλαβα.
Πώς κατορθώνετε να διατηρείτε το σωστό ένστικτο και κριτήριο για τις ερμηνευτικές επιλογές που κάνετε;
Νιώθω πολύ, πολύ τυχερή που ο κόσμος ενδιαφέρεται για τον τρόπο που δουλεύω, όποιος κι αν είναι αυτός, και που πιστεύουν ότι είμαι ικανή να κάνω αυτό που χρειάζεται για τις ταινίες και την τέχνη τους. Και είμαι απόλυτα σίγουρη ότι θα υπάρξει κάποια αποτυχία στο μέλλον, κάποιο δικό μου ολίσθημα. Κι ελπίζω να καθίσουμε ξανά, όπως καθόμαστε τώρα, και να το συζητήσουμε, να μην το βάλετε στα πόδια επειδή δεν θα θέλετε να μου πείτε την αλήθεια κατάμουτρα. Δηλαδή, μέχρι στιγμής, οι άνθρωποι που ήρθαν σε μένα και μου ζήτησαν να συνεργαστώ μαζί τους στάθηκαν πολύ, πολύ ενδιαφέροντες. Οπότε είμαι απλώς τυχερή.
Η «ΠΑΤΡΙΔΑ» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες σε διανομή SPENTZOS FILM. Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας είχε τη χαρά να φιλοξενήσει προ ημερών την πρώτη πανελλήνια προβολή της ταινίας, καθώς και τον σκηνοθέτη της.





